Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
Tο σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Η λογοτεχνία μπροστά στις κάλπες



Κείμενα του 19ου και 20ού αιώνων από την Παπαδιαμάντη, τον Λασκαράτο, τον Ροΐδη και τον Αννινο μας θυμίζουν ότι ο πολιτικός αμοραλισμός, η ψηφοθηρία, η ρουσφετολογία, η καταλήστευση του δημόσιου πλούτου των ημερών έρχονται απο μακριά: Από τη γέννηση κιόλας του κακοφορμισμένου πολιτικού συστήματος του νεότερου ελληνικού κράτους.
Διαβάστε το άρθρο  στον ακόλουθο σύνδεσμο:
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes--politismos&id=431908

Αναδημοσίευση από την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία  (Κυριακή 25 Μαΐου 2014)

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Η 21η Μαρτίου είναι αφιερωμένη στην Ποίηση

της Νατάσσας Γιαννούλου, φιλολόγου

gianoulouΤο 1997 ο τότε πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων ποιητής Κ. Στεργιόπουλος  με τη σύμφωνη γνώμη μιας άλλης ποιήτριας της Λ. Στεφάνου, αποδέχτηκαν την πρόταση του ποιητή Μ. Μήτρα, η 21η Μάρτη να ανήκει στην Ποίηση.
Το 1998 ο Β. Βασιλικός πρέσβης της Ελλάδας στην UNESCO, εισηγήθηκε στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του Οργανισμού, η ημέρα αυτή να ανακηρυχθεί Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης όπως η 21η Ιουνίου είναι Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής.
Η πρόταση υπερψηφίστηκε και τον Οκτώβρη του 1999, στην Γενική Διάσκεψη της UNESCO στο Παρίσι, η 21η Μαρτίου ανακηρύχθηκε Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης.
Η 21η Μαρτίου ημέρα της εαρινής Ισημερίας που συνδυάζει το φως και το σκοτάδι, όπως η ποίηση το φωτεινό πρόσωπο της αισιοδοξίας με το σκοτεινό πρόσωπο του πένθους, είναι και Παγκόσμια Ημέρα κατά των φυλετικών διακρίσεων και του ρατσισμού.
Στις 21 Μαρτίου 1960 η αστυνομία της Νοτίου Αφρικής, πυροβόλησε εν ψυχρώ φοιτητές, κατά την διάρκεια ειρηνικής διαδήλωσης, ενάντια στον νόμο του απαρτχάιντ. Εκείνη την ημέρα δολοφονήθηκαν 70 νέοι άνθρωποι.
Το 1966 η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος, που συγκλόνισε τον κόσμο, και καθιέρωσε την 21η Μαρτίου ως παγκόσμια ημέρα για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων.
Οι επέτειοι, βέβαια είναι μόνο η αφορμή,  για  να προβληματιστούμε και  να ξαναθυμηθούμε τις ανθρώπινες αξίες που ξεχνάμε.
Έχει μεγάλη σημασία σήμερα εν μέσω σκανδάλων παραπληροφόρησης, εξόντωσης των πολιτών, εν μέσω φασιστικών και ακροδεξιών φαινομένων να μιλήσουμε για την «Τέχνη της Ποιήσεως».
Με την ποίηση και τη δύναμή της ενάντια στο ρατσισμό, στον κάθε λογής αποκλεισμό απέναντι στη διαφορετικότητα, να δημιουργήσουμε χώρο για τον «Άλλο».
Να κάνουμε καθημερινή μας συνείδηση πως είμαστε όλοι διαφορετικοί αλλά  την ίδια ώρα  πρέπει όλοι να είμαστε ίσοι.
«Ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ» έγραψε ο Γ. Σαραντάρης.
Με τη γλώσσα της ποίησης που προλαβαίνει το κακό που μιλά μέσα μας, που είναι το καταφύγιο που ζητούμε που δε γνωρίζει σύνορα πρέπει να μιλήσουμε.
Οι ποιητές έχουν χρέος να μας «προστατεύουν», να μας ξαναδώσουν τη χαρά που μας παίρνουν καθημερινά, να μετατρέψουν το λυγμό μας σε κραυγή και δύναμη ώστε να αγκαλιάσουμε ως πολίτες και κοινωνία τον κυνηγημένο από τον τόπο του, τον απογοητευμένο, τον διαφορετικό.
Ο Γερμανός ποιητής Μ. Μπρεχτ γράφει:
«…Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα
Δεν ήμουν τσιγγάνος
Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα
Δεν ήμουν κομμουνιστής
Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους δεν αντέδρασα
Δεν ήμουν Εβραίος
Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα, δεν είχε απομείνει κανείς
Για να αντιδράσει.»
Αν και ο Γ. Παυλόπουλος αναρωτιέται:
«Και τι είναι τελικά το ποίημα;
Ίσως είναι το νόμισμα που σφίγγει στα δόντια του ο Ποιητής για να μπει στην βάρκα του θανάτου. Με αυτό θα πληρώσει για το μέγα θαύμα που αξιώθηκε και που δεν είναι άλλο από την ίδια την Ζωή.»
Μια ευκαιρία να μιλήσουμε για την ποίηση θα έχουμε το Σάββατο το βράδυ, στις 9.00, στο adagio στην συνάντηση με τον ποιητή Μιχάλη Γκανά.
«… αυτοί παιδί μου δεν
δεν ξέρουν δεν αγαπούν
ξέρουνε μόνο ν’ απαιτούν
περισσότεραπερισσότεραπερισσότεραπερί-
που έτσι γράφεται το μέλλον μας.»
Μ. Γκανάς, Άψινθος

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

8η Μαρτίου: Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας


Η 8η Μάρτη έχει καταγραφεί στη συλλογική συνείδηση ως μια σημαντική σελίδα στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Είναι ημέρα μνήμης των αγώνων των γυναικών, ημέρα αποτίμησης των κατακτήσεών τους και αφετηρία νέων αγώνων ενάντια στην εκμετάλλευση και στις διακρίσεις που βασίζονται στο φύλο. 

8 Μάρτη: Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας


της Νατάσας Γιαννούλου, φιλολόγου

Στις 8 Μάρτη 1857 υφαντουργίνες και ράπτριες ξεσηκώνονται και διαδηλώνουν στους δρόμους της Νέας Υόρκης, απαιτώντας ίση  αμοιβή  και ανθρώπινο ωράριο εργασίας.
Η αστυνομία διαλύει βίαια τη διαδήλωση και οι δρόμοι βάφονται με το αίμα των γυναικών.
Το 1910 στο Συνέδριο των Σοσιαλιστριών στην Κοπεγχάγη με πρόταση της Κλάρας Τσέτκιν, η 8 Μάρτη ανακηρρύσεται Παγκόσμια Ημέρα Εργαζόμενης Γυναίκας, με σύνθημα «Αγώνας για τα δικαιώματα των Γυναικών και την Ειρήνη». Από τότε κάθε χρόνο οι γυναίκες σε όλο τον κόσμο γιορτάζουν τις κατακτήσεις τους και ανανεώνουν το συμβόλαιο του αγώνα για ένα αύριο καλύτερο απ’  το σήμερα,  ενωμένες, αλληλέγγυες, αποφασιστικές.
Η 8 Μάρτη είναι μέρα μνήμης των αγώνων του γυναικείου κινήματος, σε πολιτικό κοινωνικό και ατομικό επίπεδο και αποφάσεων για την ουσιαστική κατοχύρωση της ισότητας των  δύο φύλων.
Σήμερα σε πολλές, χώρες ανάμεσά τους και η Ελλάδα, η μέρα αυτή έχασε το πολιτικό της μήνυμα. Εμπορευματοποιήθηκε και έγινε αφορμή μόνο για χορούς, λουλούδια, καλλυντικά και γενικά « ανώδυνες εκδηλώσεις».
Όμως είναι επιτακτική ανάγκη να τονίζεται, προπάντων τη μέρα αυτή ότι η απόδοση τιμής στις Γυναίκες έχει σκοπό να τις ενθαρρύνει να χρησιμοποιούν τις δικές τους ικανότητες και δυνάμεις για μια πιο δίκαιη κοινωνία που θα σέβεται τα δικαιώματά τους και τη συμμετοχή τους στο δημόσιο χώρο.
Αυτό γίνεται πιο επίκαιρο φέτος που οι πολίτες θα συμμετάσχουν σε εκλογικές διαδικασίες για την ανάδειξη εκπροσώπων στο Ευρωκοινοβούλιο και στις τοπικές κοινωνίες. Η  ελληνική πραγματικότητα βέβαια, δεν έχει να επιδείξει αλλαγές που να προωθούν τα ζητήματα της ισονομίας  και της ισότητας των φύλων.
Οι πολιτικές που ακολουθούνται από τις τελευταίες κυβερνήσεις αποτελούν ολομέτωπη επίθεση στα δικαιώματα άμεσα ή έμμεσα.  Η εργασία για όλους – ες, η υγειονομική περίθαλψη, η εξάλειψη της βίας, η καταπολέμηση του σεξουαλικού  τράφικιγκ και η ισότιμη συμμετοχή και εκπροσώπηση των γυναικών σε όλους τους τομείς, αποτελούν βασικά αιτήματα τα οποία η πολιτεία πρέπει να ικανοποιήσει.
Οι γυναίκες λοιπόν είτε ως αιρετές είτε ως πολίτες μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, εφόσον διαμορφωθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις που θα ενθαρρύνουν τη συμμετοχή τους στα κοινά και στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Οι εκλογικές μάχες που έχουμε μπροστά μας με τη συμμετοχή γυναικών με άποψη για τα πολιτικά πράγματα και διάθεση να διεκδικήσουν αυτά που τους ανήκουν μπορούν να είναι αρχή  για νέους αγώνες.
Γιατί όλα αυτά δεν είναι πολυτέλεια αλλά βασικές ανάγκες του πληθυσμού και μέτρο πολιτισμού μιας κοινωνίας.
Δεν γιορτάζουμε – διεκδικούμε! Με αυτό το σύνθημα ας επιδιώξουμε ημέρα αυτή να αποκτήσει την πολιτική της βαρύτητα στη συνείδηση της κοινωνίας. Ας επιδιώξουμε να γίνει αφετηρία για αλληλεγγύη σ’ αυτούς –ες  που κολυμπάνε κόντρα στο ρεύμα σ’ αυτούς- ες  που παλεύουν για αξιοπρέπεια και επιτέλους η κοινωνία οφείλει να δώσει το χώρο που ανήκει στο «άλλο μισό του ουρανού».

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΡΕΤΗ


Εδώ και χρόνια έχουμε ξεχάσει τις υποχρεώσεις μας για το κοινό καλό.Μεγάλη ευθύνη φέρει η εκλεγμένη πολιτική ηγεσία, η οποία έχει ξεχάσει τον τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας και τον παιδευτικό της ρόλο. Το γεγονός αυτό έχει ως συνέπεια την απώλεια της πολιτικής αρετής.Πολιτική αρετή σημαίνει να σκεπτόμαστε το κοινό συμφέρον: να προστατεύουμε τους δημόσιους χώρους, να μη φοροδιαφεύγουμε, να φροντίζουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά και το περιβάλλον, να αισθανόμαστε την άμεση θέρμη της αλληλεγγύης, να σεβόμαστε τους θεσμούς,....Η πολιτική αρετή είναι αυτό που ζούμε, αυτό που ζούμε.( J.de Romilly:Τι πιστεύω,Εκδόσεις Πατάκη,2013).
Πρόσφατα αποκαλύφθηκαν παραβατικές συμπεριφορές πολιτικού μορφώματος, που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του νόμου. Η αποκάλυψη άργησε και οι πολίτες άρχισαν να ζουν με την απειλή ή μάλλον εξοικειώθηκαν με την απειλή. Από εδώ αρχίζει η ευθύνη της πολιτείας, που έδωσε περιθώριο να ανθίσουν τέτοια «νυχτολούλουδα» και μαζί η ευθύνη μεγάλης μερίδας πολιτών.
Οι αιτίες αυτού του τοξικού περιβάλλοντος ανάγονται στη λεγόμενη κρίση χρέους της Ελλάδας.Τα βίαια πακέτα λιτότητας τα οποία έχουν επιβληθεί από τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της άρχουσας τάξης σε συνδυασμό με την κοινωνική κατάρρευση έχουν προκαλέσει κρίση. Η επιβολή της λιτότητας, κρατά ανοιχτούς τους νέους ανταγωνισμούς μέσα στην κυβερνητική ελίτ . Τα υπουργεία έχουν επανειλημμένως βρεθεί σε αδιέξοδο.Οι σχέσεις των κυρίαρχων κομμάτων με την πολιτική τους βάση έχει αρχίσει να αποσυντίθεται.Οι περικοπές έχουν εξασθενήσει την ικανότητα του κράτους.Για μια περίοδο, η εμπειρία της Ελλάδας από τις γενικές απεργίες, τις καταλήψεις και τις διαμαρτυρίες των κοινωνικών κινημάτων είχε φτάσει κοντά στην εξέγερση.Ο πολιτικός έλεγχος του κράτους έχει καταρρεύσει.

Όλα αυτά τροφοδότησαν την Χρυσή Αυγή και η ύπαρξη της ήταν ένα άγος , «Κυλώνειον άγος», που επέφερε ντροπή σ΄ ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.Εντυπωσιάστηκα από το γεγονός ότι οι συλληφθέντες εκπρόσωποι της δεν είχαν να πουν τίποτε άλλο απ’ αυτό που έλεγαν και πριν. Έβρισαν, φώναξαν, έφτυσαν, απείλησαν.Αυτή ήταν όλη κι όλη η πολιτική τους πρόταση ακόμη και στην κρίσιμη στιγμή. Μόνον που τώρα οι απειλές τους έμοιαζαν με κραυγή απελπισίας.
Αποδείχτηκε πως, το δημοκρατικό πολίτευμα με τη δράση αυτού του κόμματος, είναι ευπαθές και έχει ανάγκη τη λειτουργία των δομών του και ενάρετων πολιτών.
Η αντιμετώπιση της ακραίας αυτής παθογένειας είναι εκ των ουκ άνευ.Ο νόμος απαιτεί συμμόρφωση της συμπεριφοράς μας, σύμφωνα με τις επιταγές του. Επίσης απαιτεί να δεχτούμε και να απαιτήσουμε αυστηρές κυρώσεις εναντίον όσων επιτίθενται στα δικαιώματα των συνανθρώπων μας.Αλλά, αν και ο νόμος είναι μια δικλείδα ασφαλείας, έχει τα όριά του. Η δύναμή του έχει πρακτική αξία μόνο όταν θεμελιώνεται στη ζωντανή συνείδηση.Ένας ισχυρός  τρόπος αφύπνισης της συνείδησης του πολίτη ενάντια στη βία είναι η εκπαίδευση. Είναι ο πυλώνας της παιδείας που προετοιμάζει τους ανθρώπους για την πολιτική ζωή.

Η χώρα μας δοκιμάζεται και πρέπει να αποδείξει ότι είναι μια πολιτισμένη χώρα. Μια χώρα που κάνει προσπάθειες εναντίον της βίας, σε όλες τις εκφάνσεις της, και προπάντων σε ό,τι εξαρτάται από τους πολίτες και τους νόμους της.Πήραμε και ένα μάθημα από το μέλλον. Αν μη τι άλλο όμως, από εδώ και πέρα, κανείς δεν δικαιούται να παριστάνει τον παραπλανημένο ή τον άσχετο. Μετά το κίνημα των «Αγανακτισμένων», η ψήφος στη Χρυσή Αυγή είχε απενοχοποιηθεί. Αυτό πια δεν ισχύει.Διάφοροι διακηρύσσουν πως αν δεν υπήρχαν οι πιέσεις από την Ευρώπη, ακόμη θα κυκλοφορούσαν ελεύθεροι. Μπορεί. Αυτό δείχνει πόσο σημαντική είναι η Ευρώπη για τη Δημοκρατία  και πώς, για μία ακόμη φορά, η στήριξή της βοηθάει να αντιμετωπίσουμε τα άγη μας. Το κυλώνειο άγος που μας σημάδεψε μας έβγαζε εκτός ορίων ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Κωνσταντίνος Δημόπουλος
Αντιπρόεδρος Συνδέσμου Φιλολόγων Ναυπακτίας

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

«Γιατί διδάσκουμε Αρχαία Ελληνικά στα παιδιά»



                   Ανέκδοτη ομιλία του Ι.Θ. Κακριδή για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών


Αληθινά λυπούμαι που τον καιρό αυτό είμαι αναγκασμένος να βρίσκομαι μακριά από την Ελλάδα, κι έτσι στερήθηκα τη χαρά να πάρω μέρος στο Συνέδριο αυτό, που σκοπό έχει να μελετήσει τις βασικές αρχές των νέων θεσμών που αποφάσισε το Υπουργείο Παιδείας στην προσπάθειά του ν’ ανυψώσει μέσα στ’ άλλα και τη Μέση Εκπαίδευση. Τίποτε δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει την παρουσία του ανθρώπου. Αν, παρ’ όλους τους δισταγμούς, αποφάσισα στο τέλος να καταγράψω μερικές μου σκέψεις και να παρακαλέσω να διαβαστούν μπροστά στην ολομέλεια του Συνεδρίου, αυτό έγινε γιατί δεν ήθελα ν’ απουσιάζω ολωσδιόλου από μια τόσο μεγάλη συγκέντρωση συναδέλφων-για ένα θέμα μάλιστα τόσο σημαντικό για τη μελλοντική προκοπή του τόπου μας.

Επαναστατικό είναι το νέο εκπαιδευτικό σύστημα από πολλές πλευρές. Η πιο επαναστατική από όλες τις καινοτομίες του είναι ίσως η απόφαση, στο τριτάξιο Γυμνάσιο οι αρχαίοι Έλληνες κλασικοί να διδάσκονται από μετάφραση, και μόνο στην τελευταία τάξη να δίνεται μια γενική εισαγωγή στους νόμους του αρχαίου αττικού λόγου. Ο νεωτερισμός αυτός δημιουργεί ένα πλήθος προβλήματα στην πραχτική του εφαρμογή, προκαλεί όμως και καθαρά θεωρητικές απορίες. Το μεγάλο πρόβλημα, που είναι φυσικό να βασανίζει τον καιρό αυτό το φιλόλογο του Γυμνασίου, είναι αν το νέο σύστημα θα μπορέσει ν’ ανταποκριθεί στο βασικό σκοπό της διδασκαλίας των αρχαίων Ελληνικών, τη στιγμή που ο αρχαίος λόγος θα πάψει ν’ ακούγεται αυτούσιος στο Γυμνάσιο.

Γιατί αλήθεια διδάσκουμε τα αρχαία ελληνικά στα παιδιά που θέλουμε να μορφώσουμε, σε τόσο πολλές ώρες μάλιστα;
Τρεις είναι οι κύριοι λόγοι που μας υποχρεώνουν να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να επικοινωνήσουν όσο γίνεται περισσότερο με τον αρχαίο κόσμο.

Πρώτα απ’ όλα, γιατί είμαστε κι εμείς Έλληνες. Από τον καιρό του Ομήρου ως σήμερα έχουν περάσει κάπου δυο χιλιάδες εφτακόσια χρόνια. Στους αιώνες που κύλησαν οι Έλληνες βρεθήκαμε συχνά στο απόγειο της δόξας, άλλοτε πάλι στα χείλια μιας καταστροφής ανεπανόρθωτης-νικήσαμε και νικηθήκαμε αμέτρητες φορές· δοκιμάσαμε επιδρομές και σκλαβιές· αλλάξαμε θρησκεία· στους τελευταίους αιώνες η τεχνική επιστήμη μετασχημάτισε βασικά τη μορφή της ζωής μας· και όμως κρατηθήκαμε Έλληνες, με την ίδια γλώσσα-φυσικά εξελιγμένη-, με τα ίδια ιδανικά, τον ίδιο σε πολλά χαραχτήρα και με ένα πλήθος στοιχεία του πολιτισμού κληρονομημένα από τα προχριστιανικά χρόνια. Στον πνευματικό τομέα κανένας λαός δεν μπορεί να προκόψει, αν αγνοεί την ιστορία του, γιατί άγνοια της ιστορίας θα πει άγνοια του ίδιου του ίδιου του εαυτού του. Είμαι Έλληνας, συνειδητός Έλληνας, αυτό θα πει, έχω αφομοιώσει μέσα μου την πνευματική ιστορία των Ελλήνων από τα μυκηναϊκά χρόνια ως σήμερα.

Ο δεύτερος λόγος που μας επιβάλλει να γνωρίσουμε την αρχαία πνευματική Ελλάδα είναι ότι είμαστε κι εμείς Ευρωπαίοι. Ολόκληρος ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίζεται στον αρχαίο Ελληνικό, με συνδετικό κρίκο τον ρωμαϊκό. Με τους άλλους Ευρωπαίους μας δένει βέβαια και ο Χριστιανισμός, όσο και να μας χωρίζουν ορισμένα δόγματα. Μα και ο Χριστιανισμός έπρεπε να δουλευτεί πρώτα με την Ελληνική σκέψη, για να μπορέσει ν’ απλώσει έπειτα στον ευρωπαϊκό χώρο. Η ρίζα του πολιτισμού των Ευρωπαίων όλων είναι ο αρχαίος ελληνικός στοχασμός και η τέχνη, γι’ αυτό δεν μπορεί να τα αγνοεί κανείς, αν θέλει να αισθάνεται πως πνευματικά ανήκει στην Ευρώπη.
Thucydides; cast of a renowned bust at Holkham Hall (Pushkin Museum)

Μα ο κυριότερος λόγος που δεν επιτρέπεται οι νέοι μας ν’ αγνοούν την αρχαίαν Ελλάδα είναι άλλος: στην Ελλάδα για πρώτη φορά στα χρονικά του κόσμου ανακαλύφτηκε ο άνθρωπος ως αξία αυτόνομη, ο άνθρωπος που θέλει να κρατιέται ελεύθερος από κάθε λογής σκλαβιά, και υλική και πνευματική. Μέσα στους λαούς που περιβάλλουν τον ελληνικό χώρο στα παλιά εκείνα χρόνια υπάρχουν πολλοί με μεγάλο πολιτισμό, πάνω απ’ όλους οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες. Οι λαοί όμως αυτοί ούτε γνωρίζουν ούτε θέλουν τον ελεύθερο άνθρωπο. Το απολυταρχικό τους σύστημα επιβάλλει στα άτομα να σκύβουν αδιαμαρτύρητα το κεφάλι μπροστά στο βασιλέα και στους θρησκευτικούς αρχηγούς. Η ελεύθερη πράξη και η ελεύθερη σκέψη είναι άγνωστα στον εξωελληνικό κόσμο. Και οι Έλληνες; Πρώτοι αυτοί, σπρωγμένοι από μια δύναμη που βγαίνει από μέσα τους και μόνο, την δεσποτεία θα την μεταλλάξουν σε δημοκρατία, και από την άβουλη, ανεύθυνη μάζα του λαού θα πλάσουν μια κοινωνία από πολίτες ελεύθερους, που καθένας τους να νιώθει τον εαυτό του υπεύθυνο και για τη δική του και για των άλλων την προκοπή. Ο στοχασμός είναι κ’ αυτός ελεύθερος για τα πιο τολμηρά πετάματα του νου και της φαντασίας. Ο Έλληνας είναι ο πρώτος, που ενώ ξέρει πως δεν μπορεί ατιμώρητα να ξεπεράσει τα σύνορα του ανθρώπου και να γίνει θεός, όμως κατέχεται από μια βαθιά αισιοδοξία για τις ανθρώπινες ικανότητες και είναι γεμάτος αγάπη για τον άνθρωπο, που τον πιστεύει ικανό να περάσει τις ατέλειές του και να γίνει αυτό που πρέπει να είναι ο τέλειος άνθρωπος.

Αυτή η πίστη στον τέλειον άνθρωπο, συνδυασμένη με το βαθύ καλλιτεχνικό αίσθημα που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή, δίνει στον αρχαίον Έλληνα τον πόθο και την ικανότητα να πλάσει πλήθος ιδανικές μορφές σε ό,τι καταπιάνεται με το νου, με τη φαντασία και με το χέρι: στις απέριττες μορφές που σχεδιάζουν οι τεχνίτες στα αγγεία της καθημερινής χρήσης, στη μεγάλη ζωγραφική, στην πλαστική του χαλκού και του μαρμάρου, πάνω απ’ όλα στο λόγο τους, και τον πεζό και τον ποιητικό.

Αυτόν τον κόσμο θέλουμε να δώσουμε στα παιδιά μας, για να μορφωθούν· για να καλλιεργήσουν τη σκέψη τους αναλύοντας τη σκέψη των παλιών Ελλήνων· για να καλλιεργήσουν το καλλιτεχνικό τους αίσθημα μελετώντας ό,τι ωραίο έπλασε το χέρι και η φαντασία των προγόνων τους· για να μπορέσουν κι αυτοί να νιώσουν τον εαυτό τους αισιόδοξο, ελεύθερο και υπεύθυνο για τη μοίρα του ανθρώπου πάνω στη γη· προπαντός για να φουντώσει μέσα τους ο πόθος για τον τέλειον άνθρωπο.

Ας γυρίσουμε τώρα στο πρόβλημα που μας απασχολεί: από τη μια έχουμε το παλιό σύστημα, που επιβάλλει τη γνωριμία των αρχαίων κλασικών από τα πρωτότυπα κείμενα· το νέο σύστημα από την άλλη, που θέλει ν’ αντικαταστήσει τα πρωτότυπα με τις μεταφράσεις στο νέο Γυμνάσιο, που αντιστοιχεί με τις τρεις πρώτες τάξεις του παλιού. Ποιο από τα δυο εξυπηρετεί πιο πρόσφορα τους σκοπούς του Ανθρωπιστικού σχολείου;

Ποια ήταν τα αποτελέσματα του παλαιού συστήματος; Ας το ομολογήσουμε εμείς πρώτοι, οι φιλόλογοι, που τόσα χρόνια παλεύουμε στο Γυμνάσιο τον σισύφειο αγώνα να φέρουμε τον αρχαίο κόσμο κοντά στα παιδιά μας: Τα αποτελέσματα είναι μηδαμινά, μπροστά μάλιστα στον κόπο που καταβάλλουν και οι καθηγητές και οι μαθητές. Ας βάλουμε το χέρι στην καρδιά κι ας αναρωτηθούμε, σε πόσα παιδιά, απ’ αυτά που δεν ήταν να σπουδάσουν φιλολογία στο Πανεπιστήμιο, κατορθώσαμε να μεταδώσουμε τόσην οικείωση με την αρχαία γλώσσα και τόσον ενθουσιασμό για το κάλλος και την πυκνή ουσία του αρχαίου λόγου, ώστε φεύγοντας από το Γυμνάσιο, για να σπουδάσουν μιαν άλλην επιστήμη, θα θελήσουν κάποτε να καταφύγουν στο αρχαίο κείμενο, για να πλουτίσουν τον εσωτερικό τους κόσμο. Ξέρουν οι σύνεδροι φιλόλογοι, ας είναι και δέκα παιδιά καθένας τους, από τις χιλιάδες που πέρασαν από τα χέρια τους; Φοβούμαι πως και ο αριθμός αυτός είναι υπερβολικός. Με ποιο δικαίωμα τότε απασχολούμε αμέτρητες ώρες όλα τα παιδιά της Ελλάδας στο Γυμνάσιο, για να ωφεληθούν ελάχιστοι;
Θα μου προβληθεί ίσως μια αντίρρηση στους συλλογισμούς αυτούς: για τις ατελέστατες γνώσεις της αρχαίας ελληνικής παράδοσης που αποκομίζουν τα παιδιά μας από το Γυμνάσιο μπορεί να μη φταίει και τόσο το σύστημα, όπως δεν φταίει για την γενικά ελαττωματική κατάρτιση των μαθητών. Πλήθος άλλοι παράγοντες συντελούν στη θλιβερή αυτή κατάσταση: η πληθώρα των μαθητών μέσα σε μια τάξη· η έλλειψη από μεγάλες αίθουσες διδασκαλίας· η συστέγαση δυο Γυμνασίων σ’ ένα χτίριο· η επιβάρυνση των καθηγητών με πολλές ώρες διδασκαλίας και πολλά διορθώματα· η απουσία συστηματικών μεταπανεπιστημιακών επιμορφωτικών σπουδών, έτσι που να μπορούν οι λειτουργοί της Μέσης να συμπληρώνουν τις γνώσεις τους και να κατατοπίζονται στα νέα πορίσματα της επιστήμης τους· η απουσία ερμηνευτικών εκδόσεων και βοηθητικών βιβλίων για τον καθηγητή· τα εξωσχολικά ενδιαφέροντα των παιδιών· ο κινηματογράφος και το ραδιόφωνο, και πολλά έχουν δυσκολέψει αφάνταστα το έργο των εκπαιδευτικών στο σχολείο και γι’ αυτό τους είναι αδύνατο ν’ αποδώσουν ό,τι μπορούν και θέλουν. Αν τα εμπόδια αυτά βγουν από τη μέση, γιατί να μη κρατηθούμε στο παλιό, καθιερωμένο σύστημα της διδασκαλίας των αρχαίων κλασικών από το πρωτότυπο; Αν πάλι δεν βγουν από τη μέση τι έχουμε να περιμένουμε και με το νέο σύστημα; Το κάτω κάτω εμείς πάλι θα διδάσκουμε με τις μεγάλες ή μέτριες ικανότητές μας.

Η αντίρρηση αυτή είναι σωστή, ως ένα βαθμό όμως μόνο. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως πολλοί είναι οι παράγοντες που έχουν συντελέσει στην παρακμή του Γυμνασίου-τόσο μάλιστα, ώστε ελάχιστοι απόφοιτοί του να φεύγουν με μια συγκροτημένη κάπως σκέψη, με τις απαιτούμενες για έναν μορφωμένο άνθρωπο γενικές γνώσεις και με την ικανότητα να διατυπώνουν τους στοχασμούς και τα αισθήματά τους με ειρμό και χωρίς ασυχώρετα ορθογραφικά και συνταχτικά λάθη. Ακόμα δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Κράτος, τώρα που συνειδητοποίησε τη σημασία της παιδείας και θέλει να τη βγάλει από το τέλμα, όπου τόσα χρόνια λίμναζε, θα κοιτάζει με κάθε τρόπο να παραμερίσει και τους άλλους παράγοντες που αναστέλλουν την πρόοδο της παιδείας.

Οπωσδήποτε, για να μπορέσουμε να κρίνουμε δίκαια τα δύο συστήματα είναι ανάγκη να αντιπαραθέσουμε τους σκοπούς που επιδιώκουν και τα μέσα που χρησιμοποιούν, με την προϋπόθεση πως εφαρμόζονται σε σχολεία που από κάθε άλλη άποψη λειτουργούν ικανοποιητικά.

Τι χαρακτηρίζει ιδιαίτερα το σύστημα που ίσχυε ως σήμερα; Πρώτα πρώτα βέβαια η πεποίθηση πως οι ανθρωπιστικές σπουδές, για να οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα, πρέπει να γίνονται με τη μελέτη των κλασικών από το πρωτότυπο. Δεύτερο χαρακτηριστικό του παλιού συστήματος είναι η επιθυμία να γνωρίσουν οι μαθητές όσο γίνεται περισσότερους κλασικούς. Το αποτέλεσμα είναι να στριμώχνονται μέσα στον ίδιο σχολικό χρόνο τέσσερες και πέντε συγγραφείς, διαφόρων μάλιστα εποχών και συχνά με μεγάλες διαφορές στη γλώσσα. Τι κοινό έχει π.χ. η γλώσσα του Δημοσθένη με του Ομήρου, που ερμηνεύονταν παράλληλα στην Δ’ τάξη; Έπειτα, καθώς η ιστορία της ελληνικής γραμματείας δεν διδασκόταν πραγματικά ούτε υπάρχει γυμνασιακό εγχειρίδιο γραμματολογίας, το ανακάτωμα από συγγραφείς που ανήκουν στον 8ο, στον 5ο, και στον 4ο αιώνα είναι φυσικό να μεγαλώνει τη σύγχυση.

Ένα δεύτερο αποτέλεσμα του συστήματος αυτού είναι να ερμηνεύονται στα παιδιά πέντε-δέκα το πολύ σελίδες από κάθε κλασικό, και πριν καλά-καλά κατορθώσουν κάτι να καταλάβουν από τη γλώσσα, την τέχνη και τη σκέψη του ενός να έρχεται να τον εκτοπίσει ο άλλος με τις δικές του δυσκολίες. Και να σκέφτεται κανείς πως πριν από λίγα χρόνια σοφοί παιδαγωγοί είχαν αποφασίσει ν’ αυξήσουν τον αριθμό των αρχαίων συγγραφέων που ερμηνεύονται στο Γυμνάσιο με την προσθήκη των επιστημόνων, του Αριστοτέλη, του Θεοφράστου κ.ά.

Απ’ τα ίδια τα πράγματα, όσον ιδεώδεις και αν είναι οι άλλοι όροι του σχολείου, όσο ικανός ο καθηγητής, όσο έξυπνα και μελετηρά τα παιδιά του, είναι αδύνατο να καταχτηθούν κατά κάποιο τρόπο μέσα σ’ ένα χρόνο ο Αρριανός, ο Ισοκράτης, ο Λυσίας και ο Ηρόδοτος, ή -σε άλλη τάξη- ο Πλάτωνας, ο Θουκυδίδης, ο Όμηρος και ο Ευριπίδης.

Πόσο ακατόρθωτα είναι τα πράγματα που γυρεύει το αναλυτικό πρόγραμμα του παλιού Γυμνασίου το καταλαβαίνει κανείς, άμα σκεφτεί πως για την ερμηνεία του Επιταφίου του Περικλή -ενός από τα πιο δύσκολα κείμενα- δίνει τρεις βδομάδες μόνο καιρό. Τι να πρωτοκάνει μέσα στο διάστημα αυτό ο καθηγητής; Το κύριο έργο του θα πρέπει αναγκαστικά να περιοριστεί στην προσπάθεια να παραμεριστούν κάπως οι γλωσσικές δυσκολίες-αν παραμεριστούν κ’ αυτές. Καιρός για εμβάθυνση στο περιεχόμενο, στις πνευματικές, στις ηθικές και στις αισθητικές αξίες δεν βρίσκεται, ή κι αν βρεθεί, θα είναι ελάχιστος.

Μειονέχτημα του παλαιού συστήματος είναι και ότι με τους πολλούς συγγραφείς που ορίζει από το πρωτότυπο, αποκλείεται να δώσει σύνολα. Φυσικά, κανενός τύπου Γυμνάσιο δεν μπορεί να δώσει ολόκληρο το έργο ενός συγγραφέα, ακόμα λιγότερο ένα λογοτεχνικό είδος σε όλο του το πλάτος. Ο τύπος όμως του Γυμνασίου που ίσχυε ως σήμερα δεν πρόφταινε να δώσει ούτε καν μια μεγάλη ενότητα από ένα συγγραφέα, ούτε καν ένα γραμματειακό είδος στους κύριους εκπροσώπους του. Ακόμα και ο Επιτάφιος, που αποτελεί μια κλειστή θαυμαστή ενότητα, πόσο διαφορετικό χρώμα παίρνει για όποιον διαβάζει τη συνέχεια της ιστορίας του Θουκυδίδη, το ξέσπασμα του θανατικού στην Αθήνα, το θάνατο που Περικλή και τον χαρακτηρισμό του από τον ιστορικό!

Η απαίτηση να γνωρίσουν τα παιδιά μας στο Γυμνάσιο τους κλασικούς από το πρωτότυπο, συνδυασμένη με την επιθυμία να γνωρίσουν όσο γίνεται πιο πολλούς κλασικούς, ένα μόνο αποτέλεσμα μπορεί να έχει: να δίνει μόνο αποσπάσματα, ξεσκλίδια, χωρίς οργανική ενότητα, βιαστικά διαβασμένα, μισοκατανοημένα, αχώνευτα. Είναι λοιπόν ν’ απορήσει κανείς αν τα παιδιά μας φεύγοντας από το Γυμνάσιο δεν θέλουν ούτε ν’ ακούσουν για τους αρχαίους κλασικούς;

Πόσες μορφές μυθικές του αρχαίου ελληνικού κόσμου φωτίζουν το δρόμο των νέων μας, όταν έχουν αφήσει τα μαθητικά θρανία; Της Αντιγόνης, ναι, αν ο καθηγητής πρόφτασε να δώσει την ερμηνεία ολόκληρης της τραγωδίας, πράγμα αμφίβολο· το ίδιο και της Ιφιγένειας του Ευριπίδη. Ας πάρουμε όμως τον Όμηρο: στον παλιό τύπο του Γυμνασίου ερμηνεύονται μόνο η πρώτη και η έκτη ραψωδία της Οδύσσειας. Ας υποθέσουμε πως ο καθηγητής πρόφτασε να διδάξει και τις δυο ραψωδίες. Στην πρώτη ο μαθητής θα γνωρίσει τον Τηλέμαχο, μοναχά όμως σαν άπραγο ακόμα έφηβο· στην έκτη θα γνωρίσει τον Οδυσσέα, μοναχά όμως σαν ναυαγό· το πολύ να καταλάβει και την εξυπνάδα του κάπως, από το λόγο που απευθύνει στη Ναυσικά-τίποτε άλλο! Ούτε ο Οδυσσέας ούτε ο Τηλέμαχος δίνονται στα παιδιά μας σαν μορφές ολοκληρωμένες.

Στην πέμπτη τάξη του παλιού Γυμνασίου θα διδαχτεί η πρώτη και η έκτη ραψωδία της Ιλιάδας. Στην έκτη δεν γίνεται κανένας λόγος για τον Αχιλλέα. Μένει μόνο η πρώτη, για να γνωρίσει ο μαθητής τη μορφή του μεγάλου ήρωα. Θα τη γνωρίσει όμως μισερή και παραμορφωμένη: έναν Αχιλλέα που το πάθος της εκδίκησης για την αδικία που του έγινε τον σπρώχνει να διαβιβάσει με τη μητέρα του την παράκληση στο Δία να δώσει τη νίκη στους αντίμαχους των Ελλήνων. Δεν ξέρω αν στην τελευταία τάξη προφτάνουν οι συνάδελφοι να διδάξουν κάτι από τις τελευταίες ραψωδίες της Ιλιάδας. Και πάλι όμως, για να ολοκληρωθεί η μορφή του Αχιλλέα θα έπρεπε να διαβάσουν και τις Λιτές στην ένατη ραψωδία, ακόμα όλη την ενότητα που αρχίζει με την έξοδο του Πάτροκλου στον πόλεμο, στη δέκατη έκτη ραψωδία, ως το τέλος της Ιλιάδας, όταν ο Αχιλλέας, συμφιλιωμένος με το βασιλιά της Τροίας, θα του παραδώσει το νεκρό σώμα του Έκτορα, για να το θάψει. Τότε, τότε μόνο ο κατ’ εξοχήν Έλληνας ήρωας θα μπορούσε να φωτίσει τις ψυχές των νέων με όλη του την παλικαριά και την μεγαλοφροσύνη.

Ένα ακόμη μειονέχτημα του παλιού συστήματος· ήθελε βέβαια να δώσει όσο πιο πολλούς κλασικούς μπορούσε. Μα οι ώρες της διδασκαλίας των αρχαίων Ελληνικών δεν ήταν και απεριόριστες. Έτσι τα παιδιά μας έφευγαν από το Γυμνάσιο χωρίς να έχουν γνωρίσει τον Ησίοδο, τον Αισχύλο, τον Μένανδρο, τον Πλούταρχο. Καθώς μάλιστα η ιστορία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας δεν διδασκόταν συστηματικά, ο απόφοιτος του Γυμνασίου, κι αν είχε ακούσει κάτι για τον Αισχύλο, μια φορά τους άλλους τους αγνοούσε και ως ονόματα.

Δεν εξαντλήσαμε όμως τα μειονεκτήματα του Γυμνασίου του παλιού τύπου: Οι έξι τάξεις αποτελούσαν στο Γυμνάσιο αυτό μιαν ενότητα· όπως και για τ’ άλλα μαθήματα, το πρόγραμμά του για τα αρχαία Ελληνικά ολοκληρωνόταν μόνο όταν ο μαθητής τελείωνε και την τελευταία τάξη. Ποιος όμως συλλογιόταν τα παιδιά που από λόγους διάφορους αναγκαζόταν ν’ αφήνουν το σχολειό, πριν ολοκληρώσουν τις γυμνασιακές σπουδές τους; Και δεν ήταν λίγα τα παιδιά αυτά. Από τις επίσημες στατιστικές μαθαίνουμε πως ύστερα από την τρίτη τάξη, μόλις τα πενήντα πέντε στα εκατό συνέχιζαν στην τέταρτη. Ας αφήσουμε τα άλλα μαθήματα κ’ ας δούμε γι’ αυτά τα μισά σχεδόν παιδιά της Ελλάδας τι αποκόμιζαν από τον αρχαίο κόσμο, όταν άφηναν μισοτελειωμένο το Γυμνάσιο, για να ριχτούν στον αγώνα της ζωής: μια ατελέστατη γνώση της αρχαίας γλώσσας και μερικά σπαράγματα κειμένου από 5-6 πεζογράφους. Για τα 45% από τα παιδιά μας δεν υπάρχει ούτε καν η μικρή ωφέλεια, που έχουν από τους κλασικούς όσοι τελειώνουν τις γυμνασιακές σπουδές τους. Σκοτώθηκαν κι αυτά και οι δάσκαλοί τους, για να μάθουν την αρχαία γλώσσα και για να γνωρίσουν όχι και πολύ σπουδαίους συγγραφείς, έξω από τον Ηρόδοτο: τον Λουκιανό, τον Ξενοφώντα, τον Λυσία, τον Ισοκράτη, ό,τι γνώρισαν και από αυτούς! Και έφυγαν από το σχολείο και αγνοώντας απόλυτα την Ιλιάδα, το Θουκυδίδη, τον Σοφοκλή, τον Ευριπίδη, τον Πλάτωνα!

Και το νέο σύστημα; Μια και θα λείψει τώρα η δυσκολία της γλώσσας, τα παιδιά μας θα μπορούν να χαρούν τους παλιούς κλασικούς – πιο σωστά θα έλεγα: να χαρούν ορισμένους κλασικούς σε μεγαλύτερο πλάτος και βάθος. Γιατί, κατά τη γνώμη μου, είναι ολέθριο το σύστημα στην ίδια τάξη να διδάσκονται παράλληλα πολλοί συγγραφείς, που ανήκουν σε διάφορες εποχές και σε διάφορα λογοτεχνικά είδη. Στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου θα έλεγα να διδαχτούν μόνο Οδύσσεια και Ηρόδοτο, όλο το χρόνο, και τίποτε άλλο. Έτσι τα παιδιά θα προφτάσουν να γνωρίσουν από το έργο του Ομήρου τουλάχιστο 10 ραψωδίες· μα και τις υπόλοιπες θα τις διαβάσουν μόνα τους, γιατί θα έχουν αγαπήσει τον ποιητή: πρώτα πρώτα γιατί θα μιλάει στη γλώσσα τους· έπειτα γιατί ο καθηγητής θα έχει τώρα όλο τον καιρό και ιστορικά να τοποθετήσει τον Όμηρο και για τη θρησκεία του να μιλήσει, και για τη μυθολογία του, και για τα ήθη και έθιμα της εποχής του, προπαντός για τη μεγάλη του τέχνη-όλα τα προβλήματα που γοητεύουν τους νέους. Ενώ ως τώρα, τόσο λίγη ύλη που τους δίναμε, ούτε μπορούσαμε, μα ούτε και τον καιρό είχαμε να τους οδηγήσουμε σε τέτοιους προβληματισμούς. Τους βασανίζαμε με την ομηρική, γεμάτη ποικιλία, γραμματική και το λεξιλόγιο, χωρίς να τα μαθαίνουν κι αυτά!

Τώρα θα μπορέσουν να παρακολουθήσουν και όλη την πορεία της «παιδείας» του Τηλέμαχου, από τον πρωτόβγαλτο έφηβο της πρώτης ραψωδίας ως τη στιγμή του, άντρας πια, θα πολεμήσει στο πλευρό του πατέρα του. Και η μορφή του Οδυσσέα θα τους παρουσιαστεί σε όλο της το βάθος και το πλάτος: πώς ο ήρωας παλεύει-με την παληκαριά του και με την εξυπνάδα του-να γλιτώσει τους συντρόφους του από το χαμό· πώς αντιδρά με την πείρα του και την υπομονή του στις συφορές που του σωρεύουν οι θεοί και η μοίρα· πώς κερδίζει το σεβασμό και την αγάπη των Φαιάκων αγνώριστος ακόμα, αυτός που φτάνει στο νησί τους χωρίς να κρατάει τίποτε πάνω του, ούτε καν ένα κουρελιασμένο ρούχο, να κρύψει τη γύμνια του· πώς με την παλικαριά του και την εξυπνάδα του πάλι θα σκοτώσει τους μνηστήρες· πώς θα ξαναγυρίσει στη γυναίκα του ξεπερνώντας τόσες περιπέτειες και τόσους πειρασμούς.

Το ίδιο θα χορτάσουν τώρα Ηρόδοτο τα παιδιά μας· θα τον γνωρίσουν όχι μόνο από τα κεφάλαια που δίνουν περιγραφές μαχών, αλλά και από εκεί που φωτίζει πρόσωπα και πράγματα με τα ατέλειωτα χαριτωμένα ανέκδοτά του. Θα τον χαρούν και όταν περιγράφει μιας χώρας τους θεούς, τους ανθρώπους, τα ζώα, τα βουνά και τα ποτάμια. Θα μπορέσουν ακόμα ως ένα σημείο να παρακολουθήσουν με ποιο τρόπο ο Ηρόδοτος κατόρθωσε να οργανώσει όλη την πολυποίκιλη ιστορική και εθνογραφική ύλη που είχε μαζέψει στα ταξίδια του.

Σε μιαν άλλη τάξη του Γυμνασίου οι μαθηταί θα γνωρίσουν την τραγωδία, και τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη, δυο τρία έργα από τον καθένα, άλλα με περισσότερην ενβάθυνση και άλλα με απλή ανάγνωση.

Παράλληλα-και αυτό το θεωρώ απαραίτητο-θα δοθεί στα χέρια των παιδιών μια αρκετά διεξοδική ιστορία της αρχαίας λογοτεχνίας, γραμμένη απλά και επαγωγά, με άφθονες μεταφράσεις όχι για να τη μάθουν απέξω, αλλά για να μπορέσουν ν’ αποχτήσουν μια κάπως ολοκληρωμένη εικόνα της λογοτεχνικής δημιουργίας των αρχαίων Ελλήνων.

Έτσι το Ελληνόπουλο, φεύγοντας από το τριτάξιο Γυμνάσιο θα έχει ανθρωπιστική μόρφωση ασύγκριτα μεγαλύτερη από ό,τι σήμερα. Προπαντός θα έχει αγαπήσει τον αρχαίο κόσμο, και είναι βέβαιο πως θα έρχεται συχνότερα κοντά του από μεταφράσεις.

Μα η μετάφραση υστερεί πάντα μπροστά στο πρωτότυπο έργο. Ειδικά η αρχαία γλώσσα με την ποικιλία της, με την ευστροφία της, με την πλαστικότητά της, με τους πολλούς ονοματικούς προσδιορισμούς που διαθέτει (πτώσεις, μετοχές, απαρέμφατα) είναι αυτή καθ’ εαυτή ένα αγαθό μορφωτικό. Έπειτα μορφή και περιεχόμενο στο μεγάλο έργο δεν χωρίζονται, μόνο αποτελούν μια χημική ένωση δυσκολοξεδιάλυτη· ο μεγάλος συγγραφέας εκφράζεται και με τη μορφή.

Την ορθότητα των ισχυρισμών την ξέρω και εγώ πολύ καλά, ίσως καλύτερα από πολλούς. Νομίζω όμως πως ανήκει στη σοφία της ζωής να ξέρεις τι μπορεί να πετύχεις και να πετυχαίνεις, όχι να κυνηγάς τα αδύνατα και να μην κατορθώνεις τίποτε.

Και κάτι άλλο όμως: η μετάφραση έχει πολύ διαβληθεί στον τόπο μας· από τη μια από τους ανθρώπους που πιστεύουν πως ό,τι ευγενικό και ωραίο ειπώθηκε στην αρχαία Ελληνική γλώσσα, όταν μεταφραστεί στη γλώσσα του λαού μας, αναγκαστικά ασχημίζει και εκχυδαΐζεται. Από την άλλη υποπτεύονται τη μετάφραση εκείνοι που χρησιμοποίησαν ή είδαν τα παιδιά τους να χρησιμοποιούν τις φοβερές σχολικές, που λέγονται, μεταφράσεις, όπου δεν ξέρει κανείς τι κακοπαθεί περισσότερο, το νόημα του κειμένου ή η σημερινή μας γλώσσα. Τέλος και οι οργανωμένες σειρές εκδόσεων αρχαίων συγγραφέων από διάφορους λόγους δεν βοήθησαν και πολύ για ν’ αγαπηθεί η μετάφραση.

Η αλήθεια είναι πως μια μετάφραση, όταν γίνεται από άνθρωπο που ξέρει και την αρχαία και τη νέα μας γλώσσα καλά, κι ακόμα έχει συναίσθηση της σημασίας του έργου του, -μια καλή μετάφραση, κι αν δεν μπορεί να ισοσταθμίσει το πρωτότυπο, μια φορά δεν είναι και τόσο χωρίς αξία, όσο θέλουν να την παρουσιάζουν μερικοί. Μπορεί να μη δίνει τα 100 στα 100 από τις αξίες του πρωτότυπου έργου-και δεν μπορεί ποτέ να τα δώσει, τα 80 όμως μπορεί να τα δώσει. Αν ο μεταφρασμένος αρχαίος κλασικός δεν ήταν στοιχείο μορφωτικό μεγάλο κι αυτός, αν δεν επαίδευε κι αυτός με το περιεχόμενο που διατηρεί και με τη δική του μορφή, ας είναι και ατελέστερη, δεν θα έχαναν τον πολύτιμο καιρό τους τόσοι και τόσοι κλασικοί φιλόλογοι σε όλο τον κόσμο-στα τελευταία μάλιστα χρόνια οι πιο εκλεχτοί για να μεταφέρουν τ’ αρχαία κείμενα στη γλώσσα του καθένας. Αρχαία Ελληνικά, και καλά μάλιστα, δεν μπορεί να μαθαίνει όλος ο κόσμος, ούτε θα ήταν ικανός γι’ αυτό, τούτο όμως δεν μας δίνει το δικαίωμα να του στερήσουμε ολωσδιόλου την ανεξάντλητη και αναντικατάστατη πηγή της μόρφωσης, που είναι οι αρχαίοι Έλληνες κλασικοί.

Τα παιδιά μας που δεν θα συνεχίσουν τις σπουδές τους, φεύγοντας από το τριτάξιο Γυμνάσιο, για να ακολουθήσουν ένα επάγγελμα, ανήκουν στον κόσμο, που δεν θα ξέρει τ’ αρχαία Ελληνικά. Μα με την οικείωσή τους με τους αρχαίους κλασικούς, ας είναι και από τις μεταφράσεις, θα έχουν αποχτήσει κάτι πολύτιμο. Θα τους έχει ανοιχτεί η αυλαία σ’ έναν κόσμο θαυμαστό σε ομορφιά και σε σκέψη, και είμαι βέβαιος πως θα ξαναγυρίζουν σ’ αυτόν και αργότερα, πράγμα που δεν γίνεται σήμερα.

Όσοι συνεχίσουν τις σπουδές τους στο Λύκειο, θα γνωρίσουν τους κλασικούς και από το πρωτότυπο, σε περισσότερες μάλιστα ώρες απ’ ό,τι σήμερα. Φτάνουν όμως τα τρία χρόνια; Κατά τη γνώμη μου για να μπεις βαθιά στα μυστικά του αρχαίου λόγου, δεν φτάνουν ούτε δέκα χρόνια σπουδής. Ο HERMANN, ο μεγάλος γερμανός φιλόλογος, έλεγε, λίγο πριν πεθάνει: UTINAM ESSEM BONUS GRAMMATICUS! Και όμως είχε φάει όλη του τη ζωή μελετώντας τα γραμματικά φαινόμενα της ελληνικής γλώσσας!

Για τα παιδιά μας που θα σπουδάζουν στο Λύκειο, τα τρία χρόνια φτάνουν· μια φορά θα μαθαίνουν καλύτερα την αρχαία ελληνική γλώσσα από ό,τι τη μαθαίνουν σήμερα. Πρώτα, πρώτα, γιατί θα είναι ωριμότερα, στα χρόνια, κι ακόμα γιατί ο αρχαίος κόσμος θα τους είναι οικείος πια από το Γυμνάσιο· και όχι μόνο οικείος, αλλά και αγαπητός.

Το ξέρουν οι συνάδελφοι πως ένας από τους κυριότερους λόγους που το μάθημα των αρχαίων ελληνικών δεν προκόβει είναι γιατί τα παιδιά μας με τις δυσκολίες που αντικρίζουν στη γλώσσα δεν μπορούν να πλησιάσουν την ουσία των αρχαίων κειμένων και γι’ αυτό δείχνουν απόλυτη αδιαφορία, αν όχι και αποστροφή. Τώρα όμως, που ο νέος θα ξέρει από πριν το περιεχόμενο της Οδύσσειας, είναι εύκολο να του κινηθεί το ενδιαφέρον να γνωρίσει και τους αθάνατους στίχους του ίδιου του Ομήρου και να τους συγκρίνει με τους στίχους της μετάφρασης που ξέρει. Το ίδιο, όταν θα του είναι γνωστό το βάθος της σκέψης του Θουκυδίδη, δεν θ’ αδιαφορήσει, όταν ο καθηγητής του δείξει στο πρωτότυπο, πώς αυτό το βάθος εκφράζεται και με το μοναδικό ύφος του ιστορικού, με τη στιφνή του σύνταξη, με τη συσσώρευση ονοματικών προσδιορισμών, με τη δημιουργία δικών του λέξεων κ.λπ. Και της γλώσσας του Σοφοκλή θα μπορεί τώρα να εχτιμήσει καλύτερα την ομορφιά, έτσι που δεν θα γνωρίζει για πρώτη φορά τον τραγικό.

Ένας καινούργιος δρόμος χαράζεται για την ελληνική παιδεία, που υπόσχεται πολύ γονιμότερα αποτελέσματα. Χωρίς εμπόδια δεν θα είναι βέβαια και αυτός. Είναι όμως στο χέρι των φιλολόγων να παραμερίσουν τα εμπόδια και να εφαρμόσουν το καινούργιο σύστημα με πίστη και ενθουσιασμό. Και είμαι βέβαιος πώς δεν θα περάσουν πολλά χρόνια, που οι καλόπιστοι άνθρωποι θα ομολογήσουν, κι αυτοί ακόμα που σήμερα στέκουν κάπως δισταχτικοί μπροστά στο νέο σύστημα, πως με τα μέτρα αυτά έγινε ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός στην παιδεία της πατρίδας μας.

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΑΤΡΑ ΠΛΗΡΗ ΦΩΝΩΝ


της Ανθούλας Δανιήλ

Εμείς ακούμε αυτό που θέλουμε
(Οδυσσέας Ελύτης)

Τα αρχαία θέατρα στην Ελλάδα ανοίγουν σαν αγκαλιά κάθε καλοκαίρι για να καλωσορίσουν Έλληνες και ξένους επισκέπτες που θέλουν να επικοινωνήσουν με τον αρχαίο λόγο. Κοχύλια, λόγω σχήματος, τα λέει ο Σεφέρης, άδεια και όχι άδεια. Γιατί στην ορχήστρα η εστία κάτω από τον ήλιο καίει και στις μαρμάρινες κερκίδες διακτινίζει ζεστή τη φωνή του αρχαίου ποιητή. Μια τέτοια εμπειρία μάς περιγράφει ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, Γιάννης Ρίτσος, μια παρεμφερή ο Γιώργος Σεφέρης και μια τρίτη ο Κώστας Καρυωτάκης...



Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Το χρήμα στο λαιμό της

 



Η ιστορία του δανεισμού αρχίζει το 1824, προτού καν την ύπαρξη Ελληνικού κράτους. Θα συναφθούν δύο δάνεια, το 1824 και το 1825. Μερικούς μήνες μετά το ξέσπασμα και την εδραίωση της Επανάστασης κατέφθασαν στα απελευθερωμένα εδάφη διάφοροι επίδοξοι πολιτικοί ηγέτες, προερχόμενοι από τις τάξεις της οθωμανικής διοίκησης. Οι περισσότεροι διέθεταν μόρφωση και εμπειρία, λόγω της ιδιότητάς τους ως υπαλλήλων της Υψηλής Πύλης. Παράλληλα, είχαν εικόνα και άποψη του τρόπου με τον οποίο εκινείτο η διεθνής διπλωματία. Οπωσδήποτε, τα χαρακτηριστικά τους αυτά θα ήταν χρήσιμα στον Αγώνα, αν δεν συνδυάζονταν με μια δεσποτική αντίληψη στην άσκηση εξουσίας και με μια ροπή στη δολοπλοκία και τη διαφθορά, κληρονομιά από την πολύχρονη παραμονή τους στην παρηκμασμένη οθωμανική κρατική μηχανή.
Από τον πρώτο κιόλας καιρό επέδειξαν διάθεση αυτονόμησης από τους λοιπούς επαναστάτες, υιοθέτησαν πρακτικές υπονόμευσης έως και φυσικής εξόντωσης όσων θεωρούσαν αντιπάλους τους, επιχείρησαν να καπελώσουν την Επανάσταση και να την ελέγξουν, δημιουργώντας δικά τους όργανα διοίκησης. Κυρίως όμως αναζήτησαν ακλόνητα στηρίγματα που θα βοηθούσαν στην εδραίωση της κυριαρχίας τους. Και δεν ήταν καθόλου δύσκολο να τα βρουν.Εμφορούμενοι καταφανώς από μια υποτελή υπαλληλική συμπεριφορά, απέστειλαν ανιχνευτές προς ανεύρεση κηδεμόνων, ζητώντας δανεικά. Και κάπως έτσι δημιουργήθηκαν οι πρώτες «εθνικές» υποχρεώσεις σε πιστωτικά ιδρύματα στη Μασσαλία και τη Ζυρίχη.Αυτά συνέβησαν ώς τα τέλη του 1822 και ουσιαστικά άνοιξαν το δρόμο για τα μεγάλα δάνεια της Επανάστασης του 1824 και του 1825, η τύχη των οποίων καθώς και οι ληστρικοί τους όροι είναι λίγο έως πολύ γνωστά. Το πρώτο δάνειο είχε ονομαστικό ποσό 800.000 στερλινών, αλλά μόνο 308.000 στερλίνες και πολεμοφόδια αξίας 11.900 στερλινών δόθηκαν στην Ελλάδα.
Το δεύτερο δάνειο είχε ονομαστική αξία 2.000.000 στερλινών. Στα χεριά μας έφτασαν μόλις 529.000 στερλίνες καθώς από αρχικό ποσό θα κρατηθούν διάφορα ποσά για τόκους, έξοδα, μεσιτικά και προηγούμενα δάνεια, συνολικά 529.000 στερλινών.Το “πάρτι” όμως δεν έχει τελειωμό εδώ… Από τις υπόλοιπες 529.000 στερλίνες θα σταλούν στην Αμερική 156.000 στερλίνες για να κατασκευαστούν δύο ατμοφρεγάτες και 123.000 θα παραμείνουν στην Αγγλία για την κατασκευή έξι ατμοκινήτων πλοίων. Ποσό 37.000 θα δοθεί για μισθοδοσία στον άγγλο ναύαρχο Κόχραν, ο οποίος ανελάμβανε την ηγεσία του υπό κατασκευή ελληνικού στόλου. Στην Ελλάδα έμειναν 190.000, οι οποίες θα σπαταληθούν στις εμφύλιες αναμετρήσεις την εποχή που ο Ιμπραήμ έφθανε ανενόχλητος στην Πελοπόννησο. Η πρώτη ουσιαστική πτώχευση ήταν αναμενόμενη και σημειώθηκε τρία χρόνια αργότερα το 1827 με την αδυναμία καταβολής των τοκοχρεολυσίων των δύο πρώτων δανείων.     
Οι φατρίες Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου – Γεωργίου Κουντουριώτη – Ιωάννη Κωλέττη, που υιοθέτησαν την πρακτική των εξαρτήσεων, υπεραμύνθηκαν της στάσης τους, ισχυριζόμενες ότι η σύναψη των δανείων ήταν μονόδρομος, καθώς το ταμείο της Επανάστασης ήταν άδειο και χρειάζονταν χρήματα για πολεμοφόδια. Το συγκεκριμένο επιχείρημα κατοχυρώθηκε στην ιστοριογραφία και πέρασε και στα σχολικά βιβλία, για να συνηθίζουν από μικρή ηλικία οι εκκολαπτόμενοι πολίτες να δικαιολογούν τον αριβισμό και την υποτέλεια στην πολιτική σκηνή. Σπανίως αναφέρεται ότι ένα ελάχιστο, υποτυπώδες ποσό από τα δάνεια χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες του Αγώνα. Τη μερίδα του λέοντος καρπώθηκαν δανειστές και παντός είδους «φιλέλληνες». Οι Ελληνες διαπραγματευτές έλαβαν μια διόλου ευκαταφρόνητη προμήθεια και ό,τι απέμεινε ρίχτηκε απ’ τους ντόπιους κυβερνώντες στην εμφύλια διαμάχη που είχε στο μεταξύ ξεσπάσει, προκειμένου να κρατηθούν στη θέση τους.
Το πιο θλιβερό είναι ότι για τη σύναψη των δανειακών συμβάσεων των 1824-25 δεσμεύτηκε το σύνολο της μετέπειτα δημόσιας περιουσίας. Ελαφρά τη καρδία δόθηκαν προς εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους τα «εθνικά κτήματα» και τα έσοδα από πλουτοπαραγωγικές πηγές (π.χ. Αλυκές) και τελωνεία. Ανερυθρίαστα υποθηκεύτηκε το μέλλον ενός κράτους και ένας ολόκληρος πληθυσμός υποχρεώθηκε να ζει στη στέρηση. Επειτα από πολλές δεκαετίες, τα χρωστούμενα εξοφλήθηκαν αλλά αντικαταστάθηκαν με νέα.
ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ-ΔΙΑΦΟΡΕΣ: Το υψηλό δημόσιο χρέος παραμένει η κύρια αιτία που η χώρα αδυνατεί να σηκώσει κεφάλι από το 1827 που αναγκάστηκε να κηρύξει την πρώτη πτώχευση.Τα επιτόκια δανεισμού τότε κυμαίνονταν μεταξύ 5,5 και 8,7% αλλά πάντως αρκετά υψηλότερα από το μέσο ευρωπαϊκό επιτόκιο που ήταν μεταξύ 3 και 4%. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σήμερα που τo spread εκτινάχτηκε στις 600 μονάδες βάσης.
  Η κύρια διαφορά είναι ότι η χώρα ανήκει στη ζώνη του ευρώ και είναι αδιανόητη η χρεοκοπία, εφόσον δεν επιστρέψουμε στο εθνικό νόμισμα. Μια ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας θα πυροδοτήσει ντόμινο στην Ευρωζώνη, καθώς υπάρχουν κι άλλες χώρες, τα λεγόμενα PIIGS(το ακρωνύμιο των 5 ευρωπαϊκών χωρών που στιγματίστηκαν για το δημοσιονομικό τους χρέος) που βρίσκονται κοντά στο σημείο μηδέν.Οι εμπνευστές του πρώτου ελληνικού «success story» φαίνεται πως έθεσαν γερά θεμέλια, πάνω στα οποία φρόντισαν να χτίσουν οι μεταγενέστεροι και συνεχιστές τους. Άξιοι!

Κωνσταντίνος Δημόπουλος

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Τα σχολειά χτίστε!

Τα σχολειά χτίστε!

της Μαρίας Δρογγίτη




Τα σχολειά χτίστε!
Λιτά χτίστε τα, απλόχωρα μεγάλα,
γερά θεμελιωμένα.

Πριν από εκατό χρόνια περίπου το 1910 ο Παλαμάς οραματίζεται μια πνευματική αναγέννηση, που προσπάθησε να υλοποιήσει ο Εκπαιδευτικός Όμιλος, το 1917, με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.(Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος ιδρύθηκε το 1910 από λογοτέχνες ,εκπαιδευτικούς και πολιτευόμενους με σκοπό την αναμόρφωση της ελληνικής εκπαίδευσης και με εκφραστές τον Μ. Τριανταφυλλίδη, Αλ. Δελμούζο και Δημ. Γληνό) Για την επίτευξη του οράματος σημαντικό ρόλο παίζει η οργάνωση των νέων σχολείων που τα φαντάζεται ευρύχωρα, φωτεινά με γερά θεμέλια.
Περιδιαβαίνοντας στα χωριά της Ελληνικής επαρχίας ο επισκέπτης παρατηρεί ότι κυρίαρχα κτίρια και σε περίοπτη θέση είναι η Εκκλησία αλλά και τα σχολεία που χτίστηκαν υλοποιώντας ίσως το όραμα του Παλαμά. Σήμερα, τα περισσότερα από αυτά έχουν εγκαταλειφτεί ή στεγάζουν τοπικούς συλλόγους και πολλές φορές γίνονται αντικείμενο διαμάχης τοπικών φορέων. Η εκπαίδευση μεταφέρθηκε στις πόλεις όπου είχε συγκεντρωθεί ο πληθυσμός. Το όραμα του Παλαμά ζωντανό, έπρεπε να χτιστούν νέα σχολεία….
Πρόσφατες δηλώσεις στον τύπο των εργαζομένων στον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων αποκαλύπτουν ότι το 50% των σχολικών κτιρίων της χώρας είναι επικίνδυνα. Οι λόγοι της επικινδυνότητας αναφέρονται στην παλαιότητα(αρκετά κτίρια είναι κατασκευασμένα πριν από το 1960) και στην καταπόνησή τους λόγω σεισμών. Επίσης ,σύμφωνα με τον καινούργιο αντισεισμικό κανονισμό, κάποια σχολεία πρέπει να γκρεμιστούν και άλλα χρειάζονται άμεσα κατασκευαστικές βελτιώσεις και ενισχύσεις. Παράλληλα, η ελληνική γραφειοκρατία και η απουσία οράματος για το σοβαρό ζήτημα της παιδείας, ειδικότερα δε της δόμησης νέων σχολικών μονάδων, οδήγησε στη διαιώνιση του προβλήματος.
Ας συγκεκριμενοποιήσουμε το θέμα μας. Ποια είναι η κατάσταση των σχολείων της πόλης μας; Τα περισσότερα νηπιαγωγεία στεγάζονται σε νοικιαζόμενα κτίρια με αυλή στο δρόμο, σκοτεινά. Στα δημοτικά ο αγώνας συνεχίζεται για μια θέση στον ήλιο, ενώ στα Γυμνάσια και στα Λύκεια ο εγκέλαδος παραμονεύει….ακατάλληλα στο μεγαλύτερο ποσοστό. Κατά καιρούς οι αρμόδιοι αναζητούν χώρους για να χτιστούν σχολεία να στεγαστεί το ΤΕΙ, το ΕΠΑΛ… ελάχιστα υλοποιούνται, αντίθετα εμφανίζονται κοντέϊνερς που μονιμοποιούνται.
Για την αντιμετώπιση του προβλήματος της σχολικής στέγης ενδιάμεσες λύσεις δεν υπάρχουν… Επιτέλους! Σχολειά χτίστε!

ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ 25-9-2012
ΔΡΟΓΓΙΤΗ ΜΑΡΙΑ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ
ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ... ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΟΥ 2013 Μ.Χ.


«Οι ποιητικές εκδοχές της ζωής, μάς βοηθούν να αντέξουμε την πραγματικότητα» είχε πει ο αείμνηστος Θόδωρος Αγγελόπουλος. Πράγματι, τις δύσκολες ώρες που περνάμε, η Τέχνη μπορεί να είναι παρηγορητική και να ασκεί «παραμυθίαν». Όχι όμως με την απλή έννοια του κατευνασμού και της επούλωσης, αλλά με αυτήν της δυνατότητας ερμηνείας των γεγονότων και της αφύπνισης. Γιατί, κατά μία σωστή άποψη, η Τέχνη είναι ο σεισμογράφος της ζωής. Δεν καταγράφει απλά, αλλά και προειδοποιεί. Στην ουσία της ασκεί ρόλο παιδευτικό, «ψυχαγωγικό» με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, καθοδηγεί (όπως και η αλήθεια) με τον δικό της τρόπο τις συνειδήσεις και τις ψυχές μας.
Το 2013, ανακηρύχθηκε Έτος Καβάφη καθώς συμπληρώνονται 150 χρόνια από τη γέννησή του και 80 χρόνια από τον θάνατό του.Με αφορμή την εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε το περασμένο Σάββατο στον κήπο του αρχοντικού Μπότσαρη, παραθέτω ολόκληρο, για ευνόητους λόγους, ένα συγκλονιστικό του ποίημα (γραμμένο το 1928), τόσο διαχρονικό, τόσο προφητικό και επίκαιρο. Με τη γνωστή του σαρκαστική ειρωνεία και τίτλο:«Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200π.Χ.», αποδίδει με μοναδική ακρίβεια τα όσα συμβαίνουν και στη μεγάλη Ελληνική αποικία,2013μ.Χ.

«Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί αυτοί.
(Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ / δεν του χρειάζονταν κανείς).
Για κάθε τι, για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα
είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.

Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;

Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

Μιλάμε λοιπόν για την Μεγάλη Ελληνική Αποικία. Μην ξεχνάμε πως ο Κ.Π.Καβάφης δεν έζησε ποτέ μόνιμα στην Ελλάδα αλλά πάντοτε παρατηρούσε τα τεκταινόμενα από μια τρίτη, αντικειμενική σκοπιά, στην Αλεξάνδρεια, γνωστή ελληνική παροικία στις αιγυπτιακές ακτές η οποία ανθούσε στην εποχή του με Έλληνες εμπόρους και βιομήχανους. 
Το κείμενο ανήκει στην συλλογή Ποιήματα 1897-1933. Μια εποχή πολιτικών αλλαγών. Ο ατιμωτικός ελληνοτουρκικός πόλεμος έχει παρέλθει με επώδυνες συνέπειες για την Ελλάδα. Ο εκβιομηχανισμός και οι μεταρρυθμίσεις του Χαρίλαου Τρικούπη στην αναιμική ελληνική οικονομία οδήγησαν στην πτώχευση και στην Ελλάδα επιβάλλεται Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος ο οποίος εκμηδενίζει ολοκληρωτικά την ελληνική πολιτική ζωή (που στάθηκε ανίκανη να αποτρέψει την Πτώχευση). Οι μεταρρυθμίσεις ξεκινούν και επώδυνα αντι-λαικά μέτρα έρχονται να επιβληθούν. 
Ας δούμε τα πράγματα λίγο συγκριτικά. Οι ομοιότητες είναι προφανείς: σήμερα, σχεδόν 100 χρόνια μετά, βιώνουμε κρίση. Η λαικίστικη πολιτική των πολιτικών ταγών, η σπάταλη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, η άμετρη χρηματοδότηση πολεμικών εφοδίων και η ασύστολη διαφθορά οδηγούν σε δημοσιονομικά ελλείματα πολύ μεγάλα για να τα σηκώσουν οι κρατικοί ώμοι. Ζητάμε ενίσχυση από διεθνή φορέα (το Δ.Ν.Τ.) γιατί όπως επισημαίνει και η ιστορικός Λένα Διβάνη, ”Οι ξένοι μπαίνουν στο σπίτι σου μόνο αν τους ανοίξεις την πόρτα” και εκείνοι μας την παρέχουν αβλεπί. Όχι όμως και άνευ ανταλλάγματος: εκχώρηση της – ήδη περιορισμένης – εθνικής κυριαρχίας, αυστηρό πρόγραμμα λιτότητας, βάρβαρα και ανισοβαρή μέτρα, εκκαθάριση του μικρομεσαίου κεφαλαίου και εξώθηση της κοινωνίας προς τα άκρα: οι πτωχοί πτωχεύουν περισσότερο και οι ικανοί καπηλεύονται την Κρίση προς όφελός τους. 
Όσοι θεωρούν ότι η Ιστορία ποτέ δεν επαναλαμβάνεται θα διαφωνήσουν. Και έχουν απόλυτο δίκιο. Οι ιστοριές συγκυρίες, τα παραγωγικά αίτια και η κοινωνικοοικονομική διάρθρωση της Ελλάδας του τότε διαφέρει αρκετά από εκείνην του τώρα. Αυτό όμως δεν μας αποτρέπει από το να κάνουμε ορισμένους παραλληλισμούς. 
Σε αυτό το κλίμα λοιπόν, ο Καβάφης συνθέτει ένα κείμενο ποιητικό. Πρόκειται για ένα από τα λεγόμενα ”ψευδοιστορικά” του ποιήματα, δεδομένου ότι αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα και αναφορές που ποτέ δεν υπήρξαν, αλλά με την ίδια την χρήση των πλαστών στοιχείων προσπαθεί να περάσει ένα μήνυμα.Βρισκόμαστε στο 200 π.Χ. Η Αρχαία Ελλάδα όπως την γνωρίζαμε έχει εκπνεύσει, και αυτό φαίνεται στην παρακμή και την ύφεση που έχει απλωθεί στην Μεγάλη Ελληνική Αποικία. Περιμένουμε σε λίγα χρόνια να απλωθεί στα πέρατα της Οικουμένης η πιο λαμπρή και σπουδαία αυτοκρατορία που υπήρξε εως τότε, η ρωμαική.
Υπό αυτό το πρίσμα, η λήψη σπασμωδικών μέτρων και μεταρρυθμίσεων φαίνεται σχεδόν ανώφελη, γεγονός που δημιουργεί μια τραγική ειρωνεία. Την ειρωνεία δε αυτή, προσπαθεί να την επιτείνει. Σε αντίθεση με τον Παλαμά, που περίπου την ίδια περίοδο καυτηριάζει την πολιτική σήψη των καιρών με τα Σατυρικά Γυμνάσματά του, με τόνο οργισμένο και οξύ, ο Καβάφης είναι μεν πιο νηφάλιος, αλλά περισσότερος περιπαικτικός. Με ψυχραιμία και με νηφαλιότητα, ειρωνεύεται την πολιτική αναδιαμόρφωσης που ακολουθείται και προτείνει σύνεση και υπομονή.
Σήμερα λοιπόν, σ’ αυτές τις στενωπούς που ζούμε, ας ακούσουμε την γέρικη σοφή φωνή του Αλεξανδρινού: ”Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία. Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.” Μια μεταμέλεια που θα αντηχεί εις το εξής συχνά στην ζωή του τόπου. Ας εκμεταλλευτούμε ό,τι μας έχει απομείνει από την τόσην δεινότηταν την χειρουργικήν, και ας προσπαθήσουμε και πάλι, ”να τραβούμ’ εμπρός”.
Κωνσταντίνος Δημόπουλος
Γ.Γ.Συνδέσμου Φιλολόγων Ναυπακτίας