Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
Tο σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

Χιροσίμα: 68 χρόνια μετά





Πλάνα από την αποστολή ρίψης της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα από το Enola Gay, μαζί  με “δραματοποιημένα” γυρίσματα συνθέτουν ένα δεκάλεπτο βίντεο που αποδίδει νομίζουμε -όσο αυτό είναι δυνατό- το τι συνέβη στη Χιροσίμα στις 6 Αυγούστου 1945.
(για να ενεργοποιήσετε τους ελληνικούς υποτίτλους, κλικ στο κουτάκι με τις δυο γραμμές)

"Δραματικά επίκαιρη, συγκλονιστική «κραυγή» ξαναγίνεται στις μέρες μας και η σπουδαία ποιητική σύνθεση του Νικηφόρου Βρεττάκου «Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ», που δημοσιεύτηκε το 1954, χρονιά δικαστικής δίωξης του κορυφαίου Αμερικανού φυσικού Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, γνωστού ως «πατέρα της ατομικής βόμβας» με χρήση ουρανίου, επειδή, έχοντας δει τον όλεθρο που έσπειρε η βόμβα του στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, αντιτάχθηκε στην απόφαση της πανίσχυρης «Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας» για κατασκευή και βόμβας υδρογόνου.
Το ποιητικό «κατηγορώ» του Ν. Βρεττάκου – εκτενές απόσπασμα του οποίου δημοσιεύουμε – θέτει όλους τους σημερινούς φυσικούς επιστήμονες-κατασκευαστές βομβών προ των τεράστιων ευθυνών τους, αλλά και όλους τους διανοούμενους προ του χρέους τους: Οχι μόνο να βροντοφωνάξουν την αλήθεια, αλλά και να αντιταχθούν σθεναρά για να σταματήσει, επειγόντως, η ιμπεριαλιστική «ουράνια» απειλή κατά της ανθρωπότητας".
(Αναδημοσίευση από το "Λόγος παράταιρος")

Νικηφόρος Βρεττάκος
«ΣΤΟΝ ΡΟΜΠΕΡΤ ΟΠΕΝΧΑΪΜΕΡ»

Φίλε Οπενχάιμερ, λάβαμε τις τελευταίες ειδήσεις σας.
Φορτωμένα τις μέρες αυτές, τα ερτζιανά κ’ οι ασύρματοι
πάνε και φέρνουν, σ’ όλο τον κόσμο, τη σιωπή και τη θλίψη σας.
* * *
Αλλά, φίλε Οπενχάιμερ, όχι,
δεν προσθέσατε τίποτα στην καρδιά μας. Η πράξη σας
έμεινε πράξη. Η σελίδα σας έκλεισε.
Τ’ ανάλαφρο σαν αστέρι όνομά σας έγινε στάχτη στη Χιροσίμα.
* * *
Τι να σας κάνουμε; Πού να σας κρύψουμε;
Οπου κι αν σας βάλει κανείς σαν πύργος πανύψηλος
θα κρύβετε πάντοτε ένα μέρος του ήλιου.
* * *
Δεν υπάρχει πια δέντρο να καθίστε στη ρίζα του.
Η στέγη του σύμπαντος δε θα σας ήθελε.
Εμείς, άνθρωποι απλοί, σας εγκαλούμε: Εν ονόματι
της χρυσής άμμου των ουρανών
και της πανσπερμίας του πλανήτη μας
σας εγκαλούμε: Ακούστε μας!
Δεν έτυχε, φίλε Οπενχάιμερ, ποτέ, να σκεφθείτε με πόσα
δάκρυα φτιαχτήκαν οι κήποι του κόσμου;
* * *
Πώς σας διέφυγε, φίλε Οπενχάιμερ,
- ένα σύνολο από μικρά και μεγάλα θαύματα – ο άνθρωπος;
* * *
Από μας και για μας ξεκινούν οι οδοί και τα έργα του σύμπαντος.
Χωρίς εντολή πώς τολμήσατε, φίλε Οπενχάιμερ;
* * *
Χωρίς συγκατάθεση είσαστε όλοι παράνομοι κάτω απ’ τον ήλιο…
* * *
Ούτε ένα φύλλο καινούργιο λοιπόν στη χλωρίδα του κόσμου;
* * *
Ζυμώνατε, μέρες και νύχτες, ζυμώνατε τον ουράνιο πηλό σας και μεις περιμέναμε,
αχτίνες ωραίες, παντοδύναμες, αστέρια και χρώματα να πεταχτούν απ’ τα χέρια σας.
* * *
Φίλε Οπενχάιμερ, βάζοντας τ’ αυτί σας στο χώμα,
στο βάρος, στο βάρος, στο βάρος που υπάρχει σ’ ένα ψίχουλο άμμου, θ’ ακούσατε
τη διπλή του βοή. Μοιρασμένο το φως και το σκότος στα βάθη του,
το καθένα τους χωριστά, περιμένουν. Το φως
περιμένει το χέρι μας. Το σκότος το λάθος μας.
«Προσέξετε! φίλοι προσέξετε!» Δεν ακούσατε, φίλε Οπενχάιμερ,
που σας φώναζε κάποιος; Δεν τον είχατε ακούσει ποτέ; Δεν
γνωρίσατε τη φωνή της αγάπης; Κ’ έτσι γίνατε θάνατος! Κι έτσι γίνατε τρόμος!
Θεέ μου, τι την ήθελες πλάι στην καρδιά την προδοσία του Πνεύματος;
* * *
«Ρόμπερτ Οπενχάιμερ!»
Δεν έχετε ούτε τη δύναμη να φωνάξτε, παρών;
Σήκω απάνω κατηγορούμενε! Ρόμπερτ Οπενχάιμερ!
Δεν κρίνεσαι. Κρίθηκες. Καταδικάστηκες τελεσίδικα:
Να κρίνεσαι πάντοτε, υπόδικος ως το τελευταίο λυκόφως.
* * *
Θα μ’ ακούσετε φίλε Οπενχάιμερ! σφαλίστε
όσο θέλετ’ τ’ αυτιά σας, θα μ’ ακούσετε, τώρα,
που δεν μπορείτε να κρυφτείτε πια πίσω από τίποτα.
Ο πόνος ξεχείλισε! τα σκέπασε όλα!
Οι μύθοι βουλιάξανε! τα πράγματα έχουν τη δική τους φωνή!
Οι ποιητές παραμίκρυναν.
* * *
Είμαι ένας δραπέτης απ’ όλα τα βασίλεια της Γης.
Εχω μέσα μου την πατρίδα μου. Κ’ έχω μες στην καρδιά μου
τους ανθρώπους απ’ όλα τα έθνη της Γης. Σας τους έφερα!
Εγώ σας τους έφερα, φίλε Οπενχάιμερ!
Χτυπάμε την πόρτα σας και περνάμε ένας-ένας
και πάλι γυρίζουμε και πάλι χτυπάμε και πάλι και πάλι, ουρές ατελείωτες,
μετρήστε μας, φίλε Οπενχάιμερ, μετρήστε, να ξέρετε πόσες
είναι περίπου οι στρατιές που προορίσατε για το θάνατο.
* * *
Προσέξτε με, όχι, είμαι αυτός που επέζησε, φίλε Οπενχάιμερ!
Τα χέρια μου και τα πόδια μου τα ‘χω ξεθάψει απ’ τη Χιροσίμα.
Τα χείλη μου γίνηκαν σκόνη και πέσανε.
Μόνο το στόμα μου έμεινε ν’ ανοιγοκλείνει.
Δυσκολεύεσαι ακόμη; Ρόμπερτ, δε με γνώρισες; ο αδελφός σου
Ρόμπερτ! Είμαι εγώ, ο αδελφός σας, που σας ζύμωσα το ψωμί και το ξέρατε.
Που σας ύφανα και το ξέρατε, που σας τα ‘δωσα όλα,
που σας έχτισα τ’ αργαστήρι σας με παράθυρα στον ουρανό,
να μελετάτε τον ήλιο, να ψάχνετε το βάθος του κόσμου, να στοχάζεστε άνετα.
Κ’ εσείς, αντί να παρακάμψετε τη νύχτα,
να φυλαχτείτε από τη Σκύλλα κι απ’ τη Χάρυβδη,
που καιροφυλαχτούν ανάμεσα στις μεταμφιεσμένες συμπληγάδες,
αφήσατε ανοιχτές τις πόρτες του εργαστηρίου σας
και μπήκε μέσα αυτό το μαύρο σκυλί ο Μεφιστοφελής κ’ έκατσε
δίπλα σας κι αφήσατε τα χέρια σας μες τα δικά του
και ψαλιδίζατε το φως και μαστορεύατε στο σκοτάδι.
* * *
Σαν από χρέος θεϊκό ήρθαμε να σας βασανίσουμε,
γιατί ο κόσμος είναι όμορφος, ο ουρανός στάζει φως,
και σεις, σημαδέψατε στην καρδιά την ημέρα του κόσμου.
Δε σας μιλώ από ένα άλλο αστέρι,
σας φωνάζω απ’ το παράθυρο του αδελφού σας,
έχω μπει στην ψυχή σας και περπατώ πέρα-δώθε…
Τα σιδερένια παπούτσια μου βουλιάζουνε, τρίζουν
τα καρφιά τους στα νεύρα σας, ματώνουν, ενώ
ένα κοπάδι καρκίνοι, με μαύρες δαγκάνες,
βόσκουν αμέριμνοι στο λιβάδι της.
* * *
Τόσο ψηλά που ανεβήκατε, φίλε Οπενχάιμερ,
και ποτέ σας δε στρέψατε πίσω; Δεν είδατε
το μακρύ δρόμο κάτω από το χρόνο που ο πρόγονός σας διάσχισε παλεύοντας;
Σε παραγκάκια, σε καλύβια, σε σπηλιές, απ’ τον καιρό της φωτιάς,
σ’ εκατομμύρια εργαστήρια τα χέρια του ξεκοκκίζοντας το σκοτάδι,
περάσανε τη ρόδα του κόσμου από χίλιους σταθμούς,
την ξεκινήσανε απ’ τον πηλό, την ανεβάσανε στα ηλεκτρόνια,
τη φέραν στα χέρια σας για την άλλη συνέχεια και σεις,
μας τα φέρατε ανάποδα όλα, τους πάγκους μας, τα λουριά μας, τις χύτρες μας.
Τον ιδρώτα μας, το αίμα μας, όλα.
Δεν είδατε το Δημόκριτο που κούνησε το κεφάλι του
σα να σάλεψε ένα αστέρι; τους παραγιούς της σοφίας
που είχαν όλοι τους σκύψει περίλυποι γύρω απ’ την πρώτη σας έκρηξη;
Καταλαβαίνετε, φίλε Οπενχάιμερ. Το νερό που διψάτε δεν υπάρχει πια εδώ.
* * *
Τι μας χρειάζονται οι μαρτυρίες; Την έχουμε την απολογία σας.
Συννεφιές αναμμένες γυρίζουν από έρημο σε έρημο,
αναζητώντας ανθισμένες κερασιές, πόλεις αμέριμνες,
παιδιά που παίζουν στις αυλές, στα πάρκα και στα λιβάδια.
* * *
Μάρτυρας το άγριο τούτο πένθος, που επικάθεται
τις ώρες αυτές στον πλανήτη μας
που περνά μέσα στις αχτίνες του ήλιου και τις συννεφιάζει,
που το σηκώνουμε και μας γονατίζει,
που αν δοκιμάσεις να το ειπείς σου σκίζει τη φωνή,
που αν δοκιμάσεις να το γράψεις σου σκορπίζει τα δάχτυλα,
που πέφτει σαν μια τσεκουριά στους αιώνες: Η Αγία Τράπεζα
της Επιστήμης σκεπασμένη κάτω από το μέλλον
μ’ ένα μακρύ κατάμαυρο πανί.
* * *
Φίλε Οπενχάιμερ! Φίλε Οπενχάιμερ! Μην κλείνετε τα παράθυρα.
Ατυχε Προμηθέα, που σου ‘κλεψαν το φως από τα χέρια σου
και διάλεξες το βράχο μόνος σου! Ωρα να φύγουν όλοι,
ώρα ν’ αδειάσουνε τα πλήθη την καρδιά μου και να βαδίσουν στα έθνη τους.
* * *
Φίλε Οπενχάιμερ, όχι πια, δε θα σε βασανίσω περισσότερο.
Αν μπορείς να κοιμηθείς, κοιμήσου.
Αν μπορείς να κοιτάξεις τον ήλιο, κοίταξέ τον.
Μόνος σας, πρόσωπο με πρόσωπο, κριθείτε με το σύμπαν.
Οσο χτυπά η καρδιά σας, μείνετε, μείνετε έτσι ακόμα,
κλαίγοντας και κοιτάζοντας απάνω σας αυτούς
τους θεαματικούς ορίζοντες που άλλοι θα τους ανέβουν,
σε κάθε σκαλοπάτι δίνοντας το χέρι τους και στους άλλους,
έτσι που ν’ ανεβαίνουν ανεβάζοντας,
χτενίζοντας τα στάχια με λαμπρές αχτίνες,
σ’ έναν κόσμο γιομάτον από τραγούδια κι αστροφεγγιές.
* * *
Φίλε Οπενχάιμερ, όχι πια. Δεν μπορώ άλλο. Πονεί η καρδιά μου.
Εχει στα βάθη μου ωριμάσει μια τραγική βροχή.
Σ’ αφήνω πίσω απ’ τα βουνά κι από την ιστορία.
Πηγαίνω να κουλουριαστώ πάλι στο πατρικό μου χώμα,
που ‘ναι σπαρμένο από κόκαλα και διαθήκες.
* * *
Ελπίζω ακόμη ωστόσο σ’ αυτό που μου μένει.
Να πάρω ανάμεσα στα χέρια μου το κεφάλι του συνανθρώπου μας
να βρέξουνε τα μάτια μου, όλη τους τη βροχή, στο πρόσωπό του,
να βγάλω αυτή τη βιολετιά μαντίλα της ψυχής μου,
να του διπλώσω τ’ άγιο σώμα του πάνω στα γόνατά μου,
Φίλε Οπενχάιμερ, όλοι έχουμε ανάγκη από τη συγγνώμη του».

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Για τη Μυρτιώτισσα ο "Μεγάλος Ερωτικός" του Μ.Χατζιδάκι


Ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε για τον "Μεγάλο Ερωτικό":

«Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ έγινε από ένα αίσθημα ενοχής κι όχι από ερωτικούς λόγους. Μόνον οι ανόητοι φαντάζονται ότι όταν είσαι ερωτευμένος γράφεις ένα έργο σαν τον «Μεγάλο Ερωτικό». Τον «Μεγάλο Ερωτικό» τον γράφεις όταν δεν ασχολείσαι με το αν είσαι ερωτευμένος ή όχι. Έχεις ξεκαθαρίσει τα θέματα και είσαι ελεύθερος να σκέπτεσαι.
Είχα ένα αίσθημα ενοχής απέναντι σε μια θαυμάσια γυναίκα, τη Μυρτιώτισσα, μητέρα του Γιώργου Παππά, του μεγάλου ηθοποιού, ο οποίος ήταν και πολύ στενός μου φίλος.
... Όταν πέθανε ο Γιώργος, έχασα τα ίχνη της, δεν είχα επαφή. Μια δεδομένη στιγμή, άρρωστη στο νοσοκομείο, μου στέλνει το Σ΄ αγαπώ, το περίφημο ποίημά της για να κάνω μουσική, μαζί μ΄ ένα πολύ συγκινητικό γράμμα. Τότες, είπα, θα πάω αμέσως να τη δω, αλλά δεν πήγα, και με την επιπολαιότητα που χαρακτηρίζει τους νέους, το ξέχασα. Βρέθηκα στην Αμερική, όπου διαβάζοντας ότι πέθανε η Μυρτιώτισσα μου ήρθε στο νου η παράλειψή μου, βρήκα το γράμμα της και το ποίημα και αισθάνθηκα όλες τις τύψεις ενός ανθρώπου που σαν νέος, κάνει τέτοιου είδους αστοχίες κι επιπολαιότητες. Θέλησα να γράψω μουσική εκ των υστέρων γι΄ αυτό το ποίημα της Μυρτιώτισσας το τόσο γνωστό στις παλαιότερες γενιές. Για να το συμπεριλάβω όμως κάπου έπρεπε να κάνω έναν ολόκληρο Ερωτικό. Κι έτσι αποφάσισα να επιλέξω ποιήματα απ΄ τη Σαπφώ μέχρι τις μέρες μας, για να συμπεριληφθεί και το «Σ΄αγαπώ» της Μυρτιώτισσας. Κι έκανα τον «Μεγάλο Ερωτικό». Νομίζω ότι πέτυχα ένα ωραίο έργο και κατά βάθος, της ανήκει εξ΄ ολοκλήρου. Αν ανήκει σε κάποιον «ο Μεγάλος Ερωτικός», δικαιωματικά ανήκει στη μνήμη της Μυρτιώτισσας.»
                                                              Ακούστε το "Σ' αγαπώ"


                     Στίχοι: Μυρτιώτισσα 
                                Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
                                     Ερμηνεία: Φλέρη Νταντωνάκη
                                             Δίσκος:  Ο μεγάλος ερωτικός (1972)

                                              
  (1885- 4 Αυγούστου 1968)
                            

Η Μυρτιώτισσα (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου) γεννήθηκε στο προάστιο της Κωνσταντινούπολης Μπεμπέκι. Ο πατέρας της ήταν διπλωμάτης και έξι χρόνια μετά τη γέννηση της Θεώνης διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη, όπου μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του. Μετά από παραμονή δυο χρόνων στο νησί εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Αθήνα, όπου η Θεώνη φοίτησε στη Σχολή Χιλλ της Πλάκας. Από μαθητική ηλικία είχε κλίση προς την ποίηση και το θέατρο. Πήρε μέρος σε ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίου δράματος και συνεργάστηκε με τη Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Μετά από σύντομη διακοπή της ενασχόλησής της με το θέατρο, λόγω αντίδρασης της οικογένειάς της, συνέχισε τις δραματικές σπουδές της στο Παρίσι (Κρατική Δραματική Σχολή), όπου εγκαταστάθηκε μετά το γάμο της με το Σπύρο Παππά, με τον οποίο απέκτησε ένα γιο το Γιώργο, ο οποίος σταδιοδρόμησε στο ελληνικό θέατρο. Στην Ελλάδα επέστρεψε μετά από μερικά χρόνια μετά το τέλος του βραχύβιου γάμου της και εργάστηκε ως καθηγήτρια απαγγελίας στο Ωδείο Αθηνών. Καθοριστική για την ποιητική της έκφραση στάθηκε η γνωριμία και ο έρωτάς της με τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη. Μετά τον δραματικό θάνατο του τελευταίου στη μάχη του Δρίσκου το 1912 η Μυρτιώτισσα στράφηκε στην παλιά της αγάπη για να εκφράσει τον πόνο της. Το 1919 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Τραγούδια. Σημαντική για τη ζωή της στάθηκε επίσης η βαθιά φιλία που τη συνέδεε με τον Κωστή Παλαμά, οποίος στάθηκε καθοδηγητής της. Τιμήθηκε με κρατικά βραβεία ποίησης (το 1932 για τα Δώρα της αγάπης και το 1939 για τις Κραυγές). Μετά τον πρόωρο χαμό του γιου της εξέδωσε το βιβλίο Ο Γιώργος Παππάς στα παιδικά του χρόνια (1962). Πέθανε στην Αθήνα. Η ποίηση της Μυρτιώτισσας κυριαρχείται από έντονο λυρισμό, ενώ συχνά θέματά της είναι η φύση και το δίπτυχο έρωτας-θάνατος. 

(Πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου) 

«Ελύτης και Ρίτσος δεν δέχθηκαν να μοιραστούν το Νόμπελ"

Ο Ινγκεμαρ Ρέντιν, ο Σουηδός φιλόλογος και μεταφραστής που ο Ελύτης παραδεχόταν πως του οφείλει το Νόμπελ του, έχει μια μόνιμη σχέση έρωτα όχι μονάχα με την ελληνική ποίηση, που επιμένει να μεταφράζει από τα νιάτα του, αλλά και με τη χώρα μας. 
Είναι το πρόσωπο που την άνοιξη του 1979 η Σουηδική Ακαδημία έστειλε να ρωτήσει διερευνητικά τον Ελύτη και τον Ρίτσο αν θα δέχονταν να μοιραστούν το Νόμπελ. 


Διαβάστε τη συνέντευξη   του Ίνγκμαρ Ρέντιν στην Εnet.gr

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Ζοέλ Λοπινό "Η Αγριλιά"

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ "ΑΓΡΙΛΙΑΣ"

 31/7/2013 ADAGIO II  ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ



ΤΗΣ ΒΙΚΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Η Αγριλιά είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Ζοέλ Λοπινό. Πρόκειται για μία αληθινή ιστορία, την ιστορία της γιαγιάς της, της Καλλιόπης Κανιαδάκη, μιας σφακιανής κρητικοπούλας, η οποία στα 16 της και με ένα νεογέννητο παιδί στην αγκαλιά, δε δίστασε να αναζητήσει τον άντρα της που έψαχνε ένα καλύτερο μέλλον στη Γαλλία , μακριά από τη φτώχεια, τη μιζέρια και την πείνα της Ελλάδας. Στην πορεία της ζωής της η Καλλιόπη θα συναντήσει τη φτώχεια, τόσο στην πατρίδα όσο και στα ξένα, την μοναξιά, το ρατσισμό, την προδοσία, αλλά θα βιώσει και τον έρωτα, τη χαρά της απόκτησης οκτώ παιδιών, αλλά και την οδύνη της απώλειας δύο από αυτά.Μέσα σ'όλες αυτές τις δυσκολίες και τον πόνο, αυτό που την κρατάει όρθια είναι η αξιοπρέπεια και η κρητική ψυχή και υπερηφάνεια, όπως αυτή πλάστηκε στα άγρια και αφιλόξενα βουνά, όπου βρισκόταν το χωριό της, η Ασκύφου, όπου έζησε ως τα 16 της χρόνια.

Ο ΕΡΩΤΑΣ
15 χρονών ήταν η Καλλιόπη, όταν γνώρισε τον έρωτα στα μάτια του Νικόλα Κουλιού, ενός Έλληνα Μικρασιάτη που βρέθηκε στην Κρήτη, με τον οποίο θα δέσει τη ζωή της, θα τον ερωτευτεί, θα τον αγαπήσει βαθύτατα και θα του χαρίσει 8 παιδιά, το Γιώργο, τον Ιωσήφ, το Γιάννη, τον Πέτρο, το Στέφανο, την Ειρήνη, τον Κώστα και την Ελένη, από τα οποία θα χάσουν 2, το Στέφανο και την Ειρήνη. Ο Νικόλας θα της χαρίσει αφ' ενός ευχάριστες και συγκλονιστικές στιγμές αγάπης, πρωτόγνωρες για τις γυναίκες του τόπου της και της εποχής της, αφ' ετέρου θα την οδηγήσει πολλές φορές στον πόνο, την απόγνωση, ακόμα και το μίσος προς το πρόσωπό του.


Αλλά ο έρωτας πήρε και μία άλλη μορφή στη ζωή της Καλλιόπης. Ο ξάδερφος του Νικόλα, ο Μανωλιός, την αγάπησε από την αρχή του γάμου της με αυτόν, μ' έναν έρωτα βαθύ και κρυμμένο από τα μάτια των υπολοίπων, έναν έρωτα που ποτέ δεν έλαβε υλική και σαρκική διάσταση, που ποτέ δεν εκφράστηκε ούτε με λόγια ακόμα και μεταξύ τους, παρά μόνο σε βαθιά γεράματα ο Μανωλιός βρήκε το θάρρος να εξομολογηθεί στην Καλλιόπη τον έρωτα και την αγάπη του. Ήταν αυτός που της στάθηκε σε όλες τις δύσκολες στιγμές στη Γαλλία, μέσα στη δυστυχία, την εξαθλίωση, τη φτώχεια και την πείνα που πέρασε η ίδια και τα παιδιά της.


Η ΦΤΩΧΕΙΑ Η ΠΕΙΝΑ Η ΕΞΑΘΛΙΩΣΗ Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ
Τη φτώχεια,τη μιζέρια και την πείνα η Καλλιόπη τις είχε γνωρίσει από τα μικρά της χρόνια στην Κρήτη. Όλες οι οικογένειες που ζουν στα ορεινά χωριά της Κρήτης ,και των Σφακίων συγκεκριμένα, αντιμετώπιζαν τα χιόνια του χειμώνα, τις καταρρακτώδεις βροχές της άνοιξης,τις ανελέητες ζέστες του καλοκαιριού, τη χέρσα και κακεχτική γη που αδυνατούσε να θρέψει τους ανθρώπους της. Από αυτή τη δυστυχία θέλησε να απομακρύνει ο Νικόλας Κουλιού την οικογένειά του και γι' αυτό την πήγε πρώτα στα Χανιά και στη συνέχεια ο ίδιος αναζήτησε μια καλύτερη ζωή στη Γαλλία, με την προοπτική να φέρει αργότερα και την οικογένειά του εκεί.
Δεν πρόλαβε βέβαια, μιας και η Καλλιόπη, παρακινημένη από την αγάπη της για αυτόν, άφησε την πατρίδα της, πήγε στη Γαλλία, έψαξε και τον βρήκε στη Γκρενομπλ, για να διπιστώσει με τα ίδια της τα μάτια μέσα σε τι άθλιες συνθήκες ζούσε ο άντρας της μαζί με άλλους μετανάστες. Αφού όμως ξεπέρασε το πρώτο σοκ, η δύναμη του χαρακτήρα της, το πείσμα, η μαχητικότητα και η αγάπη για τον άντρα της και την οικογένειά της, την έκανε να αγωνιστεί, για να καταφέρουν να επιβιώσουν στον ξένο τόπο. Η πείνα, η φτώχεια και η εξαθλίωση δεν τους άφησαν ποτέ στα πρώτα χρόνια της ζωής τους στη Γκρενόμπλ. Και οι καταστάσεις αυτές διογκώνονταν, όταν ο Νικόλας, πιεσμένος και αγανακτισμένος από την πίεση και την καθοδήγηση της Καλλιόπης, άφηνε την οικογένειά του για μέρες ή εβδομάδες και τριγυρνούσε στα καπηλειά, πίνοντας και γλεντώντας με τις λιγοστές τους οικονομίες. Τότε η Καλλιόπη επωμιζόταν αποκλειστικά η ίδια και μόνη της την τροφή των παιδιών της, ψάχνοντας με τα πόδια τη γύρω φύση της Γκρενόμπλ, για να βρει μανιτάρια, χόρτα, καρπούς, για να ταϊσει τα παιδιά της που συνεχώς αυξάνονταν.
Μέσα σ'όλες αυτές τις δυσκολίες ερχόταν να προστεθεί και ο ρατσισμός, όπως τον βίωνε η ίδια μέσα στα εχθρικά και καχύποπτα βλέμματα, μέσα στην περιφρόνηση των ντόπιων, αλλά και όπως τον βίωσαν και τα παιδιά τους , όταν άρχισαν να πηγαίνουν στο γαλλικό σχολείο.


Η ΞΕΝΙΤΙΑ

Όλα αυτά βέβαια είναι καταστάσεις που λίγο πολύ τις βιώνουν όλοι οι ξενιτεμένοι, που φεύγουν από την πατρίδα τους αναζητώντας μια καλύτερη τύχη στην ξένη χώρα. Η Ελλάδα γνωρίζει καλά την ξενιτιά, γιατί έχει στείλει, και δυστυχώς συνεχίζει να στέλνει, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, για να ζήσουν καλύτερα στις ξένες χώρες. Δυστυχώς, η Καλλιόπη τη βίωσε την ξενιτιά δύο φορές. Την πρώτη, όταν 16 χρονών κοπέλα, μ'ένα μωρό στην αγκαλιά και χωρίς να ξέρει ούτε μία ξένη λέξη, αναζήτησε και βρήκε τον άντρα της στη Γκρενόμπλ , μαζί φτιάξανε το σπιτικό τους και με χίλιες δυσκολίες μαζέψανε οικονομίες, για γυρίσουνε στην Κρήτη. Το όνειρο κάθε ξενιτεμένου είχε γίνει πραγματικότητα. Δυστυχώς, όμως, η επιστροφή στην Κρήτη δεν είχε δεν είχε την εξέλιξη που όλοι ήθελαν. Ο Νικόλας, παρ' ότι σχεδίαζε την αγορά ενός εμπορικού καταστήματος, για να ζήσουν ''σαν άρχοντες'', όπως έλεγε ο ίδιος, σπατάλησε όλες τις οικονομίες τους σε γλέντια και δανεικά σε συγγενείς και φίλους. Ένα τραγικό γεγονός έρχεται να κορυφώσει τη δυστυχία της Καλλιόπης. Και η γενναία κρητικοπούλα, δε διστάζει να πάρει τα ηνία της οικογένειάς της στα χέρια της και να δηλώσει μπροστά στον άντρα της και στην οικογένειά του: ''Γυρνάμε στη Γαλλία. Και αυτή τη φορά χωρίς επιστροφή.''Η δεύτερη ξενιτιά είναι πραγματικότητα. Κι αν την πρώτη φορά η Καλλιόπη ακολούθησε τη μοίρα της, αυτή τη φορά την επιλέγει συνειδητά, γιατί ξέρει ότι πλέον μόνο εκεί μπορούν να ζήσουν και να προκόψουν.


ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ
Η επιστροφή και η εγκατάσταση στη Γκρενόμπλ δεν ήταν τόσο δύσκολη αυτή τη φορά. Άλλωστε τον τρόπο τον ήξεραν πλέον. Σκληρή, ατελείωτη εργασία στο χαλυβουργείο για το Νικόλα, αιματηρές οικονομίες και σιδερένια πειθαρχεία στο σπίτι από την Καλλιόπη. Η προκοπή δεν άργησε να φανεί και ο συνδυασμός αφ' ενός της απόκτησης της γαλλικής υπηκοότητας και αφ' ετέρου η γέννηση του έκτού τους παιδιού-κορίτσι μετά από 5 αγόρια- τους οδήγησε στην παραχώρηση από το κράτος του δικού τους σπιτιού, με το όνειρο να το κάνουν μια μικρή κρητική γωνιά στην καρδιά της Γκρενομπλ. Βέβαια η ζωή δεν κύλησε ομαλά και όμορφα, καθώς ο Β'Π.Π. πόλεμος που ξεσπάει στην Ευρώπη θα πλήξει και την οικογένεια της Καλλιόπης. Επιπλέον, λίγο μετά την έναρξη του πολέμου, ο αγαπημένος της σύζυγος, Νικόλας, θα πεθάνει χτυπημένος από αρρώστεια των πνευμόνων, λόγω της δουλειάς του στο χαλυβουργείο, αφήνοντάς τη να μεγαλώσει μόνη της δύο μικρά παιδιά. Η Καλλιόπη θα βιώσει άλλη μία φορά την οδύνη και το σπαραγμό, αλλά θα μαζέψει τα κομμάτια της και στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν θα προσπαθεί συνεχώς να βοηθήσει όλα τα παιδιά της να ορθοποδήσουν και να προοδεύσουν, δίνοντας τους τα πάντα και κρατώντας τα ελάχιστα για τον εαυτό της, όπως έκανε όλα τα χρόνια της ζωής της ως το θάνατό της.



ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗΣ
1)Το βιβλίο ξεκινα με την τεχνική in medias res. Βλέπουμε την Καλλιόπη με το μωρό της στην αγκαλιά στο κατάστρωμα του πλοίου που τη μεταφέρει την πρώτη φορά στη Γαλλία, και η ίδια στη συνέχεια αναπολεί τα γεγονότα που την οδήγησαν ως εδώ και έτσι τα πληροφορείται και ο αναγνώστης.Αυτό συμβαίνει μέχρι τη μέση σχεδόν του βιβλίου. Στη συνέχεια επανερχόμαστε στο παρόν της αφήγησης και συνεχίζεται η εξέλιξη της υπόθεσης.
2)Αναδρομικές αφηγήσεις.Σε αρκετά σημεία η Καλλιόπη κάνει αναδρομές στο παρελθόν και πληροφορεί τον αναγνώστη για γεγονότα που προηγήθηκαν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα....''30 χρόνια που μ' άφησες μονάχη Νικολή μου...''
3)Προσημάνσεις.Το παιχνίδι με το χρόνο συνεχίζεται, καθώς διάφορες αναφορές στο μέλλον προϊδεάζουν τον αναγνώστη για καταστάσεις που πρόκειται να ακολουθήσουν. Π.χ. Ο Νικόλας σε αρκετά σημεία στην αρχή της κοινής τους ζωής της λέει ''η αγάπη, η αληθινή αγάπη στο τέλος πάντα σε κάνει να υποφέρεις...''
4)Εσωτερικός μονόλογος. Αποκαλύπτει τα συναισθήματα της Καλλιόπης, κυρίως, και φωτίζει τις πλευρές της ψυχής της.
ΥΦΟΣ
Το ύφος του κειμένου, κατανοητό και ζωντανό, περιγραφικό, όπου χρειάζεται, χωρίς όμως να γίνεται κουραστικό, αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη από την πρώτη στιγμή και τον μεταφέρει με παραστατικότητα στα μέρη όπου διαδραματίζεται η υπόθεση.

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

Ο Σ.ΦΙ.Ν. και οι φίλοι του στις ΟΙΝΙΑΔΕΣ

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013
Ορισμένα στιγμιότυπα από την επίσκεψη του Συνδέσμου Φιλολόγων Ναυπακτίας στο αρχαίο θέατρο Οινιάδων. 

Λίγο πριν από την παράσταση του αριστοφανικού "Πλούτου" με το Διονύση Σαββόπουλο.












'Αγγελος Τερζάκης


                         "Αποστρέφομαι τους ανθρώπους που δεν αμφιβάλλουν".

 ελευθερία προϋποθέτει τη σκληρότητα. Δεν μπορώ να είμαι ελεύθερος όταν ενδίδω".


Το 1974 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην τάξη των Γραμμάτων. Πέθανε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου 1979, σε ηλικία 72 ετών. Ο Άγγελος Τερζάκης υπήρξε ίσως ο πιο φιλοσοφικά ανήσυχος της γενιάς του '30. Στο κέντρο των αναζητήσεών του βρέθηκε πάντοτε ο σύγχρονος άνθρωπος και τα αγωνιώδη προβλήματά του. Γι' αυτό ίσως είναι και εκείνος που καλλιέργησε ιδιαίτερα το δοκίμιο και αναζήτησε την προσφορότερη έκφρασή του και στο θέατρο.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/biographies/337#ixzz2at9wmg4o
 

 

Franz Kafka, 3 Ιουλίου 1883 - 3 Ιουνίου 1924


"Ένα βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι
που σπάζει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας "

                                   Franz Kafka                                                           Φραντς Κάφκα 

Οι παράξενες και ανησυχητικές του ιστορίες σημάδεψαν την λογοτεχνία του 20ου αιώνα και επηρέασαν δεκάδες συγγραφείς μέχρι τις μέρες μας. 
Ο Φραντς Κάφκα γεννήθηκε το 1883 στην Πράγα (σήμερα στην Τσεχία τότε όμως μέρος της Αυστρίας) από Γερμανόφωνες Εβραίους γονείς. Ήταν ένας ντροπαλός και ευαίσθητος άντρας που έζησε το περισσότερο χρόνο της ζωής του κοντά στην οικογένειά του. Σπούδασε νομικά στο Γερμανικό Πανεπιστήμιο της Πράγας και δούλεψε σε μια ασφαλιστική εταιρία. Μπορούσε να γράφει μόνον τα βράδια. 
Μερικές ιστορίες του δημοσιεύτηκαν το 1909 όταν ήταν 26 ετών. Το καλοκαίρι του 1912 έγραψε τα διηγήματα "Η Κρίση" και "Η Μεταμόρφωση" οι οποίες και τον καθιέρωσαν ως σημαντικό συγγραφέα. "Η Μεταμόρφωση", η πιο διάσημη ιστορία του, περιγράφει την περίπτωση ενός νεαρού άντρα που ένα πρωινό ξυπνάει μεταμορφωμένος σε μια τεράστια κατσαρίδα. 
Οι πιο πολλές του ιστορίες διαδραματίζονται σε ένα ασφυκτικό κλειστό σύμπαν όπου ο χρόνος συμπιέζεται και όπου επαναλαμβάνεται ένα κοινό θέμα: το μοναχικό θύμα που καταδικάζεται για ένα έγκλημα που δεν έκανε ποτέ. Αυτό το θέμα αναπτύσσεται περισσότερο στο περίφημο μυθιστόρημά του "Η Δίκη". Εδώ ο πρωταγωνιστής σύρεται σε μια δίκη χωρίς να γνωρίζει γιατί κατηγορείται και τελικά εκτελείται. Με το βιβλίο αυτό αρχίζει η δίκη της λογοτεχνίας. Μια λογοτεχνία ζοφερή, προφητική και αποκαλυπτική, μια γραφή που βυθίζεται στο έρεβος της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένα βιβλίο που αντί να ριχτεί στην πυρά, όπως το καταδίκασε ο συγγραφέας του, θα αθωωθεί πανηγυρικά αποτελώντας υπόδειγμα προς συμμόρφωση στον δυτικό λογοτεχνικό Κανόνα. 
Τα ημιτελή και αποσπασματικά έργα του Κάφκα επικυρώνουν την αγωνία ολόκληρου του εικοστού αιώνα Δημιουργούν εικόνες που για πρώτη φορά εικονογραφούν τα δεδομένα του καινούργιου πολιτισμού : τη δίκη, τον πύργο, τους μηχανισμούς βασανισμού, το ανθρώπινο σκαθάρι, τον πεινασμένο καλλιτέχνη. Μέσα σε αυτά τα οραματιστικά σύμβολα συμπυκνώνονται τα συνεχή διλήμματα: γραφειοκρατία και απανθρωπιά, κεφάλαιο και εκμετάλλευση της ανθρώπινης ψυχής, πατριαρχία ενάντια στην ελεύθερη σκέψη. Άλλωστε ο όρος καφκικό έχει ήδη κατοχυρωθεί ως ορολογία για εκείνα τα έργα τέχνης που τα χαρακτηρίζει κάτι παράξενο, ασυνήθιστο και παράλογο. 
Το 1924, λίγο πριν τον θάνατό του από φυματίωση, ο Κάφκα έδωσε οδηγίες στον φίλο του και συγγραφέα Μαξ Μπροντ να κάψει τα γραπτά του, πράγμα που δεν έκανε ο Μπροντ προς όφελος της λογοτεχνίας.

Πηγή: Δημόσια Κεντρική βιβλιοθήκη Σερρών
Έργα του Κάφκα στα ελληνικά :
αινίες και θέατρο :



[...] κι ακόμα και μέσα στην αίσθηση της οικογένειας απέκτησα μια αντίληψη του ψυχρού χώρου του κόσμου μας, που έπρεπε να τον ζεστάνω με μια φωτιά, που έπρεπε πρώτα να τη βρω.
" Όσο ζούσε δημοσίευσε ελάχιστα έργα του και πάντα με τη στοργική φροντίδα του Μαξ Μπροντ. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουν Η κρίση (1913) , Η μεταμόρφωση (1916), Στην αποικία των τιμωρημένων (1919). Στον Μπροντ και στον Πούλιτζερ οφείλεται εξάλλου η δημοσίευση μετά τον θάνατό του, παρά την αντίθετη γνώμη που έιχε εκφράσει, όλων των έργων του: Η δίκη (1925), Ο πύργος (1926), Αμερική (1927) και αργότερα τα Άπαντά του (1935 έως 1937 και 1946 έως 1958).
Η αρνητική στάση του απέναντι στα έργα του είναι χαρακτηριστική της προσωπικότητάς του και προέρχεται από την οδυνηρή του αδυναμία να δεχτεί τη ζωή με όλες της τις εκδηλώσεις. Πολλές φορές ταυτίζει το πρόβλημα της εκλογής με την αγωνιώδη αναζήτηση της ελευθερίας: ο ποντικός του Μικρού Μύθου (Kleine Fabel) τρέχει προς τη φάκα, την οποία είναι αδύνατον να αποφύγει. Ο άνθρωπος του Κάφκα βρίσκεται μετέωρος μπροστά στο άλυτο αυτό πρόβλημα εκλογής, όπου η ελευθερία και η φυλακή συμπίπτουν.
Είναι λοιπόν πάντα ένοχος, σύμφωνα με μια δικαιοσύνη που του είναι ακατανόητη και την απονέμει μια γραφειoκρατία, η οποία του φαίνεται αποκρουστική και μικρόψυχη (Η δίκη). Στο αφήγημα μπροστά στον νόμο, που έχει παρεμβληθεί στη Δίκη,ο Κάφκα δίνει μια ζωντανή ανάπτυξη αυτού του θέματος, το οποίο στον Πύργο θα βρει την πιο ολοκληρωμένη του έκφραση. Δεν κατηγορεί πλέον το δικαστήριο τον άνθρωπο, αλλά εκείνος αναζητά την κατηγορία που τον βαραίνει. Κάθε εκλογή περικλείει την ενοχή.
Στην αντίληψη αυτή είναι φανερή η επίδραση του εβραϊκού χασιδικού μυστικισμού του 18ου αιώνα και της ανατολικής σκέψης: η έμμονη αναζήτησημιας υπάρχουσας αλήθειας, στην οποία όμως δεν μπορεί να φτάσει κάποιος παρά μόνο με το θάνατο, γιατί η γνώση είναι δυνατή μόνο έξω από την ατομική συνείδηση.Η γλώσσα του Κάφκα, καθώς και η θεματική του προσαρμόζεται σε αυτή, ζει από τις ίδιες άλυτες αντιφάσεις οι οποίες αποτελούν – ως ύψιστο ηθικό πρόβλημα – την ουσία της τέχνης του.  Στο έργο του έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες. Θεολογικο – φιλοσοφικές. ιστορικο-κοινωνικές και ψυχαναλυτικές. Καμία όμως δεν θα μπορέσει ίσως να εξαντλήσει ένα πρόβλημα της υπαρξιακής αγωνίας και του άγχους του σύγχρονου ανθρώπου".
«Η πεποίθηση είναι σαν τη λαιμητόμο, το ίδιο ανάλαφρη, το ίδιο βαριά.»
Στάθης Ντάγκας
Πηγή: revista.gr