Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
Tο σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...

Κυριακή 19 Απριλίου 2015

18 Απριλίου 2015: Το «Χρονικό της Απελευθέρωσης της Ναυπάκτου»


Στα πλαίσια των εκδηλώσεων του εορτασμού της 186ης Επετείου της Απελευθέρωσης της Ναυπάκτου από το Δήμο Ναυπακτίας, το Σάββατο,18 Απριλίου 2015, πραγματοποιήθηκε εσπερίδα στην Παπαχαραλάμπειο Αίθουσα της πόλης μας αφιερωμένη στο «Χρονικό της Απελευθέρωσης της Ναυπάκτου». Το  «Χρονικό της Απελευθέρωσης της Ναυπάκτου» παρουσίασε με εισήγησή του ο φιλόλογος και μέλος του Συνδέσμου Φιλολόγων Ναυπακτίας Χαράλαμπος Ψαρρός. Η λογοτέχνης και ποιήτρια Αργυρούλα Καρδασοπούλου απήγγειλε ποιήματά της με θέμα τον ηρωικό αγώνα των Ελληνίδων στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και ο Επίτιμος Πρόεδρος της Εταιρείας Ναυπακτιακών Μελετών, Μπάμπης Χαραλαμπόπουλος, παρουσίασε σχετική με το θέμα  ιστορική μελέτη για την οργάνωση και τη διοίκηση της Ναυπάκτου στα πρώτα ελεύθερα βήματά της. Την εκδήλωση συνόδευσε λυρικά η παραδοσιακή ορχήστρα του Άγγελου Σταθόπουλου.
Ο Σ.ΦΙ.Ν. με χαρά θα δημοσιεύσει στο παρόν ιστολόγιο τις ομιλίες των εισηγητών. Εν αναμονή, λοιπόν...
Μπορείτε να δείτε το βίντεο του Δημήτρη Ιωάννου με αποσπάσματα από την εκδήλωση:



ΟΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

Της ΜΑΡΙΑΣ ΔΡΟΓΓΙΤΗ, 
Προέδρου του Συνδέσμου Φιλολόγων Ναυπακτίας
Η ακόλουθη εισήγηση παρουσιάστηκε στην Παπαχαραλάμπειο Αίθουσα, στις 15 Απριλίου 2015,
σε εκδήλωση με θέμα «Οι Σουλιώτες της Ναυπάκτου και το διαχρονικό ήθος του πρωτοκαπετάνιου Μάρκου Μπότσαρη», που οργάνωσε ο Δήμος Ναυπακτίας σε συνεργασία με το Σύνδεσμο Φιλολόγων Ναυπακτίας στα πλαίσια του εορτασμού της 186ης Επετείου της Απελευθέρωσης της Ναυπάκτου.

ΟΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

Σεβασμιότατε,κύριε Δήμαρχε, κύριοι αντιδήμαρχοι,
κυρίες και κύριοι,

Απ'όλα έχεις Έπαχτε
όμορφα και ωραία
έχεις το λιμανάκι σου,
θαύμα! Την προκυμαία.
Ρομαντικά τα κάστρα σου,
κρύσταλλα τα νερά σου
πανώρια τα πλατάνια σου
πανώρια κι η θωριά σου..
θρύλος η ιστορία σου
τα θέλγητρά σου ..μάγια
τους καπεταναίους ζωντανούς
απάνω στα μουράγια..

Το απόσπασμα είναι από το ποίημα <<Ναύπακτος>>του Αθανάσιου Δράκου, απόγονου του Γεωργάκη Δήμου Δράκου,γόνου μιας μεγάλης Σουλιώτικης οικογένειας που αγωνίστηκε στη διάρκεια της επανάστασης και εγκατάστάθηκε μαζί με άλλους 446 Σουλιώτες στη Ναύπακτο από την έξοδο του Μεσολογγίου μέχρι το1834, όχι ο ίδιος , γιατί προτίμησε τον έντιμον θάνατον παρά την άτιμον ζωήν όταν τον έπισαν οι Τούρκοι,.
Σε αυτούς τους καπεταναίους είναι αφιερωμένη η αποψινή εκδήλωση, στους Σουλιώτες που ήρθαν αγωνίστηκαν και αυτοί για την απελευθέρωση της Ναυπάκτου και έγινε η πατρίδα τους.
Επιτρέψτε μου και ακολουθείστε με σε μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία της Ναυπάκτου γιατί ο εποικισμός των Σουλιωτών δεν είναι ο πρώτος. Η ιστορία της Ναυπάκτου ξεκινάει από το 12ο αι. π.Χ. Η γεωγραφική -στρατηγική της θέση στο στόμιο του κλειστού παλιότερα Κορινθιακού κόλπου ήταν η αιτία να γίνει η Ναύπακτος αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των δυνατών κάθε εποχής επιφέροντας και δημογραφικές μεταβολές,συχνά σε βάρος των γηγενών.
Το 454 π.χ οι Αθηναίοι εγκαθιστούν στην πόλη μεγάλο αριθμό Μεσσηνί-
ων που είχαν εκδιωχθεί από τους Λακεδαιμονίους.Θα πραμείνουν περίπου
εκατό χρόνια και το 369 θα αναγκαστούν να μετοικίσουν στη Σικελία. Ο ρους της ιστορίας συνεχίζεται..ακολουθούν οι Ρωμαιοι και εναλλάσσονται οι Βενετοί με τους Τούρκους ,ακόμη και οι πειρατές και τελικά οι Τούρκοι με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς το 1699 μέχρι την απελευθέρωσή της στις 18 Απριλίου 1829 γεγονός που γιορτάζεται με ποικίλες εκδηλώσεις από το δήμο Ναυπακτίας.

Στα τέλη του1803 οι Σουλιώτες κατόπιν συμφωνίας με τον Αλή πασά εκκένωσαν το Σούλι μετα από μακροχρόνιους αγώνες. Από τότε αρχίζει η περιπλάνησή τους. Αρχικά εγκαθίστανται στα Ιόνια νησιά. Η ελπίδα της επιστροφής τούς οδηγεί να συμμαχήσουν με τους Τούρκους,αλλά και με τον παλιό εχθρό, τον Αλή πασά. Οι ελπίδες αποδεικνύοναι φρούδες και μετά από μια σύντομη επιστροφή στο Σούλι, φεύγουν οριστικά πια για τα Επτάνησα.
Το Γενάρη του 1823, όταν η έλληνική επανάσταση έχει επεκταθεί, ζητούν από τους Άγγλους να τους επιστραφούν τα όπλα τους και να τους επιτρα- πεί να αναχωρήσουν προς την επαναστατημένη Ελλάδα προς εξεύρεση τόπου ασφαλούς και δυναμένου να θρέψει αυτούς και τας οικογενείας των. Επίσημη άδεια δεν δόθηκε ,με την ανοχή των Άγγλων πέρασαν στην Στερεά Έλλάδα, κυρίως στο Μεσολόγγι, αλλά και αλλού.
Εκεί οι Σουλιώτες συμμετέχουν στον αγώνα των Μεσολογγιτών και μερικοί από αυτούς που αργότερα θα εγκατασταθούν στη Ναύπακτο,είναι πρωταγωνιστές. Ο αγώνας των Σουλιωτών αυτών αποτυπώνεται έξοχα από το Διονύσιο Σολωμό στους Ελεύθερους Πολιορκημένους στο Β΄Σχεδίασμα: 
Στέκει ο Σουλώτης ο καλός παράμερα και κλαίει
Έρμο τουφέκι σκοτεινό τί σ'έχω γω στο χέρι;
Οπού συ μου γινες βαρύ και ο Αγαρηνός το ξέρει
Επίσης στο Α΄Σχεδίασμα ..
Αμέριμνον όντας /τ'αράπη το στόμα
Σφυρίζει,περνώντας στου Μάρκου το χώμα....
Εννοώντας τον τάφο του Σουλιώτη Μάρκου Μπότσαρη που σκοτώθηκε στη μάχη του Κεφαλόβρυσου Καρπενησίου το 1823 και μεταφέρθηκε και τάφηκε με τιμές στο Μεσολόγγι.Από τη συμμετοχή τους αυτή απέκτησαν το δικαίωμα εγκατάστασης σε συνοικίές της Ναυπάκτου και του Αγρινιου.
Το 1829 τα πράγματα διαγράφονται ευνοικότερα για τους Σουλιώτες και
από εξωτερική πολιτική άποψη και από εσωτερική στρατιωτική έκβαση .
Το πρωτόκολλο του Λονδίνου( Μάρτιος 1829) προεκτείνει τα ελληνικά σύνορα στην γραμμή Αμβρακικού -Παγασητικού. Με επιμέρους συνθήκες παραδίνονται στους Έλληνες τα Ακαρνανικά κάστρα και τα Αιτωλικά φρούρια,ανάμεσα σε αυτά και η Ναυπακτος που προσφέρεται ως μοναδική ευκαιρία εποίκησης στους Σουλιώτες, πρώτα , γιατί άπαρτη ως τότε ανήκε με την περιοχή της σε Τούρκους αξιωματούχους και αποτελεί εθνικό κτήμα και δεύτερα, επειδή οι Σουλιώτες πρωτοστάτησαν την απελευθέρωσή της ,αφού την Α΄χιλιαρχία διοικούσε ο Κίτσος Τζαβέλας
και παρ' ολίγο τη Β΄ ο Νότης Μπότσαρης, αν δεν αντιδρούσαν οι Ρουμελιώτες.
Στα απομνημονεύματα Κασομούλη διαβάζουμε:<< Οι υπό τον Τζαβέλα Σουλιώται εις Ναύπακτον, οικειοποιηθέντες τας καλυτέρας τουρκικάς οικίας, κατέλαβον αυτάς δικαιωματικώς. Οι υπ' αυτόν στρατιωτικοί, συγκείμενοι το μέγα μέρος από Ρουμελιώτας της Δυτικής Ελλάδος και οι λοιποί επαρχιώται αγανακτούντες άρχισαν να τους αποστρέφονται δια την φιλαυτίαν των>>.
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης σημειώνει: 'Ετσι έγινε τέλος , αρχή να λυθεί το ζήτημα της εγκατάστασης των βασανισμένων Σουλιωτών. Από τότε τα καλύτερα σπίτια των πλουσίων μπέηδων του Επάχτου και τα μεγάλα κτήματα μείναν στην ιδιοκτησία των πιο σημαντκών οικογενειών . Οι ντόπιοι αγωνιστές της επαρχίας πήραν πολύ λιγότερα.
Και νεότεροι συγγραφείς επισημαίνουν τα προβλήματα που προέκυψαν από την εγκατάσταση των Σουλιωτών με τους ντόπιους. Ο Ντίνος Μακρυγιάννης αναφέρει ότι μετά την αποχώρηση των Τούρκων οι ντόπιοι χριστιανοί και λίγοι οθωμανοί αποτέλεσαν την πρώτη μαγιά των κατοίκων της πόλης . Σε αυτούς προστέθηκαν οι Σουλιώτες. Οι Σουλιώτικες οικογένειες Τζαβελαίων ,Μποτσαραίων ,Βεικαίων και άλλων κατέλαβαν και οικειοποιήθηκαν τα καλύτερα σπίτια. Έτσι εξηγείται ότι ακόμη και σήμερα τα καλύτερα σπίτια και αγροκτήματα εξακολουθούν να είναι ιδιοκτησίεςτων οικογενειών ή απογονων αυτών.
Οι ταλαίπωροι ντόπιοι αγωνιστές και οπλαρχηγοί των Κραβάρων έμειναν
έξω από τη μοιρασιά και πολλοί λίγοι από αυτούς σπιτώθηκαν σε άθλια και υγρά παραπήγματα.
Πόσοι όμως Σουλιώτες εγκαταστάθηκαν στη Ναύπακτο; Σύμφωνα με τον ονομαστικό κατάλογο που διέσωσε ο ιστοριοδίφης και λογοτέχνης Γιάννης Βλαχογιάννης(Ναυπακτιώτης από τον πατέρα του και από Σουλιώτες πρόσφυγες η μητέρα του) το 1834 είχαν εγκατασταθεί ση Ναύπακτο 446 άτομα ,ανήκοντα σε 129 οικογένειες.
Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός επιστολών από ντόπιους κατοίκους προς την Κυβέρνηση ,τον Κυβερνήτη Καποδίστρια και την Εθνοσυνέλευση όπου διατυπώνουν έντονα παράπονα για αδικίες, παραβίαση δικαιωμάτων μέχρι και ραβδισμούς από την πλευρά των Σουλιωτών καπεταναίων, αλλά και επιστολές Σουλιωτών που ζητούν επιπλέον δικαιώματα και κατοχύρωση αυτών που κατέχουν με επιχείρημα την πολύχρονη ταλαιπωρία τους και την προσφορά τους στους αγώνες του έθνους για την απελευθέρωση.
Οι προστριβές κράτησαν μερικά χρόνια δηλητηριάζοντας τη χαρά του ελεύθερου βίου. Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση . Το δίκιο και οι
προσδοκίες και των δύο πλευρών ήταν μεγάλες, αγωνίστηκαν και περίμεναν αναγνώριση και ανταπόδοση από την πατρίδα, όμως οι διάφορες ελληνικές κυβερνήσεις και το Βουλευτικό Σώμα υπόσχονταν ρητά, προφορικά και γραπτά μοίρασμα της εθνικής γης, ειδικότερα στους Σουλιώτες, στους αγωνιζόμενους για τη λευτεριά και γενικότερα σε όλους τους ακτήμονες Έλληνες. Ο τρόπος διαχείρισης των εθνικών κτημάτων αντί να ανακουφίσει τους Έλληνες και να αποτελέσει βάση προόδου του νεοσύστατου κράτους,δέσπειρε και ανέθρεψε μίση, διχόνοιες ,αντιπαραθέσεις, το πελατεικό κράτος, προβλήματα από τα οποία υποφέρουμε ακόμα και σήμερα 186 χρόνια μετά.
Ο χρόνος άμβλυνε τις αντιθέσεις..η μοίρα πλέον κοινή.Πολλοί Σουλιώτες προόδευσαν,αγάπησαν τη νέα τους πατρίδα, συνέβαλαν στην πρόοδό της.
Κάποιοι όμως πέθαναν πικραμένοι και φτωχοί. Το 1853 πεθαίνει ως ξένος ο Κώστας Μπότσαρης, πιο τυχερός Ο Νότης αλλά χωρίς να δει να ελευθερώνεται το Σούλι. Στην ψάθα θα πεθάνει ο Γεώργιος Κίτσος που θα ταφεί με έρανο..πικραμένος φευγει και ο Κίτσος Τζαβέλας.
Σήμερα, ανατρέχοντας σε εκείνη τη δύσκολη εποχή, αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη των Σουλιωτών για αναγνώριση των αγώνων τους ,της προσφοράς τους της ταλαιπωρίας τους. Η Ναύπακτος στο πέρασμα των αιώνων είναι μια πόλη ανοιχτή να δέχεται και να αφομοιώνει όλους όσους αναγκάζονται για ιστορικούς λόγους ή επιλέγουν σε περίοδο ειρήνης ως τόπο διαμονής τους τη Ναύπακτο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η ελευθερία και η πορεία αυτής της πόλης είναι αποτέλεσμα και των αγώνων των Σου
λιωτών .

Από τα βουνά του Σουλίου στην απελευθέρωση της Ναυπάκτου. Το πατριωτικό φρόνημα των Σουλιωτών στον αγώνα της Εθνεγερσίας.

Ο Παναγιώτης Μανιώτης είναι φιλόλογος και εργάζεται στα Εκπαιδευτήρια Γείτονα.
 Η συγκεκριμένη εργασία παρουσιάστηκε στην Παπαχαραλάμπειο Αίθουσα, στις 15 Απριλίου 2015,
σε εκδήλωση με θέμα «Οι Σουλιώτες της Ναυπάκτου και το διαχρονικό ήθος του πρωτοκαπετάνιου Μάρκου Μπότσαρη», που οργάνωσε ο Δήμος Ναυπακτίας σε συνεργασία με το Σύνδεσμο Φιλολόγων Ναυπακτίας στα πλαίσια  του εορτασμού της 186ης Επετείου της Απελευθέρωσης της Ναυπάκτου.
Του Παναγιώτη Μανιώτη, φιλολόγου

Από τα βουνά του Σουλίου στην απελευθέρωση της Ναυπάκτου. Το πατριωτικό φρόνημα των Σουλιωτών στον αγώνα της Εθνεγερσίας.

Ξεφυλλίζοντας τη λαμπρή ιστορία του έθνους μας, θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί σε πολλά γεγονότα και ηρωικές μορφές του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Σε ανθρώπους στους οποίους, όπως υποστηρίζει ο Αριστόβουλος Μάνεσης2, το δίλημμα «ελευθερία ή θάνατος» έγινε καθημερινό βίωμα, σε ηρωικές παρουσίες που επέλεξαν το θάνατο, επειδή ακριβώς ήθελαν να ζήσουν ελεύθεροι. Ανάμεσα σε αυτούς τους αγωνιστές ξεχωριστή θέση έχουν και οι χιλιοτραγουδισμένοι Σουλιώτες, οι οποίοι με τους ηρωικούς τους αγώνες προετοίμασαν το έδαφος και προδιέγραψαν την έκβαση του Αγώνα της Εθνεγερσίας.

Οι Σουλιώτες αρχικά ήταν εγκατεστημένοι στο Τετραχώρι, μια συμπολιτεία τεσσάρων χωριών -το Σούλι, την Κιάφα, το Αβαρίκο και τη Σαμονίβα- που κατοικούνταν από 450 οικογένειες κατανεμημένες σε φάρες. Τα χωριά αυτά  ήταν χτισμένα στις βραχώδεις και απόκρημνες πλαγιές των Κασσιόπιων ορέων, περιβάλλονταν από αδιάβατα φυσικά οχυρώματα και η πρόσβασή τους γινόταν μόνο από ένα μονοπάτι3. Στα ανώμαλα ανηφορικά σημεία του μονοπατιού αυτού υπήρχαν οχυρωμένοι πύργοι, οι οποίοι εξασφάλιζαν την απόλυτη προστασία και ασφάλεια στην περιοχή. Αργότερα, δημιουργήθηκαν στις πιο χαμηλές πλαγιές του βουνού άλλα επτά χωριά -το Τσικούρι, το Περιχάτι, η Βίλια, το Αλσοχώρι, οι Κοντάτες, η Γκιονιάλα και το Τσεφλίκι- που τα ονόμασαν συνολικά Επταχώρι4.  Η Σουλιώτικη Συμπολιτεία λειτουργούσε αυτόνομα, με δικούς της νόμους, στρατό, νομοθετικό και εκτελεστικό σώμα.

Στον έλεγχο των Σουλιωτών περιήλθαν σταδιακά άλλα εξήντα περίπου χωριά του Παρασουλίου, τα οποία απέσπασαν από τους αγάδες του Μαργαριτίου και της Παραμυθιάς και τους πασάδες των Ιωαννίνων5. Έτσι, οι κάτοικοι του Παρασουλίου απαλλάχθηκαν από την τουρκική δουλεία. Έδιναν, όμως, φόρο στη Σουλιώτικη Συμπολιτεία, στο πλαίσιο της οποίας ζούσαν ελεύθεροι στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα κάτω από συνθήκες άμεσης Δημοκρατίας.

Η βάση του πολιτεύματός τους ήταν οι σαράντα επτά φάρες, οι οποίες συγκροτούνταν από οικογένειες που είχαν κοινό γενάρχη6. Η κάθε φάρα εκπροσωπούνταν στη Βουλή, «το Κριτήριον της Πατρίδος» όπως το ονόμαζαν οι ίδιοι, από τον αρχηγό της πιο παλιάς και πιο τιμημένης οικογένειας. Στο Σούλι λειτουργούσε επίσης και η Εκκλησία του Δήμου, την οποία συγκαλούσαν, προκειμένου να συζητήσουν και να αποφασίσουν  κυρίως για πολεμικά ζητήματα.

Οι Σουλιώτες υπήρξαν ξεχωριστοί ως προς το φρόνημα, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής τους. Ήταν ολιγαρκείς, εξαιρετικά σκληραγωγημένοι, συνηθισμένοι στη σωματική κακουχία και στη σκληρή ζωή, χαρακτηριστικά καθόλου άσχετα με τη φύση του δυσπρόσιτου και άγονου τόπου τους. Η πατρίδα και η ελευθερία ήταν για τους Σουλιώτες βασικός κανόνας και όρος της ζωής τους και οι αγώνες τους εναντίον όσων προσπαθούσαν να τους στερήσουν αυτά τα αγαθά ήταν διαρκείς. Διακρίνονταν για την τήρηση των συμφωνιών και των υποσχέσεών τους, θεωρώντας ιερό το λόγο τιμής, τη γνωστή  «μπέσα».

Από μικρά παιδιά μάθαιναν να χειρίζονται τα όπλα, «τα οποία περιπατούντες, καθήμενοι, τρώγοντες και κοιμώμενοι δεν αμελούσι»7. Περικυκλωμένοι πάντα από εχθρούς και ολιγάριθμοι, έμαθαν να χρησιμοποιούν ιδιότυπη πολεμική τακτική, που προέκυψε από τις ιδιαίτερες συνθήκες της ζωής τους. Ενώ οι εχθροί τους συνήθιζαν να πολεμούν στο φως της ημέρας, οι Σουλιώτες όχι μόνο δεν απέφευγαν τις νυκτερινές επιχειρήσεις, αλλά τις επεδίωκαν και ήταν φημισμένοι νυκτομάχοι.  Επίσης, συνήθιζαν να μάχονται σε ευθεία γραμμή ακροβολισμού, τοποθετημένοι σε αραιά διαστήματα μεταξύ τους8. Ακολουθώντας αυτές τις τεχνικές, έδιναν την εντύπωση στον εχθρό ότι ήταν πολλαπλάσιοι απ’ ό,τι στην πραγματικότητα. Είναι αυτονόητο ότι οι αρχηγοί τους πολεμούσαν επικεφαλής των ανδρών τους «πάντα οι πρώτοι στη φωτιά»9, εκτεθειμένοι περισσότερο από όλους στα πυρά των εχθρών. Με αυτό τον τρόπο εξασφάλιζαν την εκτίμηση και το σεβασμό των ανδρών τους και προκαλούσαν το φόβο στους αντιπάλους τους, πολλοί από τους οποίους συχνά υποχωρούσαν, όταν διέκριναν στην αντίπαλη πλευρά κάποιον από τους γνωστούς Σουλιώτες πολέμαρχους10.

Οι Σουλιώτισσες κατείχαν ιδιαίτερη θέση και έχαιραν τιμής και σεβασμού στη σουλιώτικη κοινωνία. Όταν μεταξύ των ανδρών προέκυπταν διαφορές, μεσολαβούσαν οι ίδιες και τις διευθετούσαν11. Εξασκημένες και αυτές στα όπλα, πολεμούσαν στο πλευρό των αντρών τους με απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία, όπως δηλώνεται από την πληθώρα των σχετικών αναφορών στα περισσότερα δημοτικά τραγούδια. Άλλοτε, όταν δεν χρειάζονταν στη μάχη, μετέφεραν πολεμοφόδια, τρόφιμα και άλλα εφόδια στους μαχόμενους άνδρες τους και τους εμψύχωναν. Όπως οι αρχαίες Σπαρτιάτισσες, αποστρέφονταν και απέρριπταν ως σύζυγο τον άνδρα που τον ακολουθούσε η φήμη ότι κάποια στιγμή στη μάχη δείλιασε ή φυγομάχησε12. Η Τζαβέλλαινα, η Λένω Μπότσαρη, η Δέσπω, τα κατορθώ-ματα των οποίων παρακολούθησε βήμα προς βήμα και εξύμνησε η ανόθευτη δημοτική Μούσα, έγιναν συνώνυμα της γυναικείας αγωνιστικότητας και της ιδιαίτερης δυναμικής που ανέπτυξαν οι γυναίκες στα κακοτράχαλα βουνά του Σουλίου.

Τον 18ο αιώνα η κυριαρχία των Σουλιωτών είχε παγιωθεί στο νοτιοδυτικό τμήμα της Ηπείρου και, όπως ήταν φυσικό, οι Τούρκοι αγάδες της περιοχής δεν μπορούσαν να ανεχθούν μια ανεξάρτητη χριστιανική εστία, η οποία μάλιστα είχε αναδειχθεί σε κέντρο εξουσίας στην ευρύτερη περιοχή. Οκτώ πόλεμοι Τούρκων και Τουρκαλβανών εναντίον των Σουλιωτών (1731, 1754, 1759, 1762, 1772, 1774, 1780, 1780-1790) παρουσιάζονται από το Χριστόφορο Περραιβό, ο οποίος παραμένει η κύρια πηγή πληροφοριών για τη συγκεκριμένη περίοδο13.

Ο μεγάλος, όμως, αντίπαλος των Σουλιωτών, μετά το 1787, υπήρξε ο Αλή πασάς, ο οποίος, μην μπορώντας να ανεχτεί την αντεξουσία τους στην καρδιά της επικράτειάς του, ξεκινάει μία ανελέητη επίθεση εναντίον τους.

Το 1792 συλλαμβάνει με δόλιο τρόπο το Λάμπρο Τζαβέλλα και κάνει επίθεση στο Σουλιώτες, οι οποίοι όμως αντιστέκονται σθεναρά. Τότε ο πανούργος πασάς στέλνει το Λάμπρο Τζαβέλλα στο Σούλι, για να διαπραγματευθεί με τους δικούς του ανθρώπους την παράδοση της περιοχής τους. Ως εγγύηση για την εκπλήρωση της αποστολής του, ο Αλή πασάς κρατάει ως όμηρο το γιο του Λάμπρου Τζαβέλλα, Φώτο.  Ο Σουλιώτης πολέμαρχος, όμως, ενεργεί αντίθετα με την επιθυμία και τις εντολές του Αλή, και όχι μόνο δεν διαπραγματεύεται την παράδοση του Σουλίου αλλά στέλνει στον πασά σκληρό μήνυμα, δηλώνοντάς του απερίφραστα ότι στο όνομα της ελευθερίας της πατρίδας του ο γιος του οφείλει να θυσιαστεί. Μεταξύ άλλων του αναφέρει και τα εξής14:

Αλή πασά, […]  κάποιοι Τούρκοι, καθώς εσύ, θέλουν ειπή, ότι είμαι άσπλαχνος πατέρας με το να θυσιάσω τον υιόν μου […] εάν ο υιός μου νέος, καθώς είναι, δε μένη ευχαριστημένος ν’ αποθάνη  διά  την  πατρίδα  του,  αυτός  δεν  είναι  άξιος  να ζήση,  και  να γνωρίζηται ως υιός μου∙ προχώρησε λοιπόν άπιστε, είμαι ανυπόμονος να εκδικηθώ.

                                                         Εγώ ο ωμοσμένος εχθρός σου
                                                        Καπετάν Λάμπρος Τζαβέλλας  


Μετά από αυτή την αρνητική εξέλιξη, ο Αλή, βλέποντας ότι οι Σουλιώτες είναι αποφασισμένοι να κρατήσουν τα μέρη τους με οποιοδήποτε κόστος, τους επιτέθηκε ξανά. Στις 20, και κατ’ άλλους στις 27, Ιουλίου του 1792 ξεκίνησε η μάχη, στην οποία τα στρατεύματα του Αλή κατατροπώθηκαν και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν με σοβαρές απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες. Σε αυτή τη μάχη ξεχώρισε η ηρωική μορφή της Μόσχως Τζαβέλα, γυναίκας του Λάμπρου και μητέρας του κρατούμενου Φώτου, η οποία επικεφαλής ενός γυναικείου σώματος έκανε την τελική επίθεση και έτρεψε σε φυγή τους τρομοκρατημένους Τουρκαλβανούς. Την ξεχωριστή της παρουσία σε αυτή τη μάχη ύμνησε η δημοτική μούσα: «Η Μόσχω τότε ώρμησε, με το σπαθί στο χαίρι∙ / τώρα να ιδήτε πόλεμον, γυναίκικα δουφέκια, / σαν τους λαγούς εφεύγανε, και πίσω δεν κυττάζουν, / πετάξαν τα δουφέκια τους, μόνον για να γλιτώσουν»15. Είναι τέτοια η ντροπή του Αλή, ο οποίος επιστρέφοντας στα Γιάννενα έδωσε εντολή «οιοσδήποτε των πολιτών τολμήση να εξάξη την κεφαλήν του διά τινός θυρίδος ή οπής της οικίας του ίνα ίδη τους στρατιώτας, να φονεύηται ακρίτως»16. Στη συνέχεια, υπέγραψε αναγκαστική συνθήκη ειρήνης με τους Σουλιώτες και απελευθέρωσε στο πλαίσιο της ανταλλαγής των αιχμαλώτων και το Φώτο Τζαβέλα.

Ο ραδιούργος πασάς, συνειδητοποιώντας τη δυσκολία της κατάκτησης του Σουλίου, αποφασίζει να διασπάσει την ενότητα των Σουλιωτών. Έρχεται σε συμφωνία με το Γιώργο Μπότσαρη, ο οποίος αποτραβιέται από τα ηρωικά χώματα του Σουλίου και αναλαμβάνει το αρματολίκι των Τζουμέρκων. Επίσης, ο Αλή κτίζει δώδεκα πύργους σε επίκαιρα σημεία γύρω από τα βουνά του Σουλίου, με απώτερο σκοπό να αναγκάσει τους Σουλιώτες να παραδοθούν, λόγω έλλειψης τροφίμων και πολεμοφοδίων. Και το 1801 επανέρχεται με πρόταση ειρήνης, «υποσχόμενος να τοις δώση δύο χιλιάδες τάλαντα, δεκαετή ασυδωσίαν και οποιανδήποτε άλλην τοποθεσίαν εκλέξωσιν εις την Ελλάδα διά κατοικίαν»17. Οι Σουλιώτες αρνήθηκαν και πάλι οποιαδήποτε συμφωνία μαζί του και του απάντησαν με σκληρή γλώσσα18: 
Βεζύρ Αλή πασά  σε χαιρετούμεν.Η πατρίς μας είναι απείρως γλυκυτέρα και από τα άσπρα  σου και από τους ευτυχείς τόπους, όπου υπόσχεσαι να μας δώσης∙ όθεν ματαίως κοπιάζεις, επειδή η ελευθερία μας δεν πωλείται ούτε αγοράζεται σχεδόν με όλους τους θησαυρούς της γης, παρά με το αίμα και τον  θάνατον έως  τον  ύστερον Σουλιώτην.
                                                                  Όλοι οι Σουλιώται, μικροί και μεγάλοι


Κι ενώ ο κλοιός του Αλή γινόταν όλο και πιο έντονος, οι επιστολές των Σουλιωτών προς τη ρωσική και τη γαλλική κυβέρνηση και τις αρχές της Επτανήσου Πολιτείας, με τις εκκλήσεις τους να τους προμη-θεύσουν τρόφιμα και πολεμοφόδια δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, καθώς οι πρώην σύμμαχοί τους, επιθυμώντας σε εκείνη τη συγκυρία να διατηρήσουν φιλικές σχέσεις με την Πύλη, αρνήθηκαν να εμπλακούν στην υπόθεση του Σουλίου. Η μόνη ηθική στήριξη ήρθε από τον Αδαμάντιο Κοραή, ο οποίος με επιστολή του, τον Απρίλιο του 1803, από το μακρινό Παρίσι τους παρότρυνε να μην προδώσουν την ελευθερία τους. Έτσι, παρά τις δυσμενείς συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί από τη σύσφιξη του πολιορκητικού κλοιού, οι Σουλιώτες εξακολουθούσαν να υπερασπίζονται με απαράμιλλη γενναιότητα τα πάτρια εδάφη τους, με αποτέλεσμα πολλοί Τούρκοι να λιποτακτούν, «κηρύττοντες πανταχού ότι ούτ’ αυτοί ούτ’ αυτών οι μεταγενέστεροι θα δυνηθώσιν να κυριεύσωσι το Σούλλιον, και ότι αδίκως και ανωφελώς χύνεται το Τουρκικόν αίμα»19.

Οι συνεργάτες του Αλή ανέπτυξαν μυστικές επαφές με αρχηγούς σουλιώτικων φαρών, τους οποίους πίστευαν ότι θα μπορούσαν να εξαγοράσουν, ώστε να υπονομεύσουν το μέτωπο των σουλιώτικων δυνάμεων με τη δύναμη χρήματος. Το Σεπτέμβριο του 1803, δύο Σουλιώτες αρχηγοί, ο Κουτσονίκας και ο Πήλιος Γούσης,  παρουσιάστηκαν στο Βελή πασά, γιο του Αλή, ζητώντας «την απελευθέρωσιν ενός γαμβρού20 του εν ειρκτή υπάρχοντος μετά των εικοσιτεσσάρων ομήρων και εννέα χιλιάδες γρόσια ανταμοιβήν περί της απολαβής του Σουλίου»21. Ο Βελή αποδέχθηκε τις προτάσεις τους και τη νύκτα της 25ης Σεπτεμβρίου ο Πήλιος Γούσης, ως άλλος Εφιάλτης, οδήγησε κρυφά στο σπίτι του 200 Τουρκαλβανούς στρατιώτες, οι οποίοι το επόμενο πρωί κατέλαβαν το Σούλι. Η δημοτική μούσα δεν φείδεται σχολίων για τη συγκεκριμένη επιλογή και αναθεματίζει τους υπαίτιους της προδοσίας: «Μπρε, ν-ανάθεμά σε Μπότσαρη, και εσένα Κουτσουνίκα, / με την δουλειά  που κάμεταν τούτο το καλοκαίρι· / που μπάσετε το Βελή πασά μέσα στο κακο – Σούλι»22. Και τα τέσσερα χωριά του Σουλίου έπεσαν στα χέρια του Βελή πασά. Ως τελευταία εστία αντίστασης παρέμεινε το τειχόκαστρο του ναού της Αγίας Παρασκευής στο λόφο Κούγκι και τα υψώματα της Κιάφας. Σε όλη τη διάρκεια του Οκτωβρίου οι συστηματικές προσπάθειες του Βελή πασά να κυριεύσει τα τελευταία οχυρά απέτυχαν. 
Η παντελής, όμως, έλλειψη τροφίμων, η στενή πολιορκία και η αδυναμία λήψης οποιασδήποτε εξωτερικής βοήθειας ανάγκασε και τους τελευταίους Σουλιώτες που έμεναν αποκλεισμένοι στο Κούγκι, να δεχτούν να συνθηκολογήσουν την 12η  Δεκεμβρίου 1803. Και ενώ οι Σουλιώτες αποχωρούσαν από τις πατρογονικές τους εστίες, στις 16 Δεκεμβρίου έγινε η πυρπόληση του καλόγερου Σαμουήλ στο Κούγκι. Ο καλόγερος, μαζί με πέντε άλλους Σουλιώτες, είχε μείνει στο Κούγκι, για να παραδώσει στους απεσταλμένους του Βελή τα πολεμοφόδια που φυλάσσονταν εκεί. Εξοργισμένος, όμως, από τα προσβλητικά λόγια των Τούρκων απεσταλμένων, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη23. Και έτσι τα στρατεύματα του πασά «πήραν την Κιάφα την κακή, το ξακουσμένο Κούγκι / κι έκαψαν τον καλόγερο με τέσσερις νομάτους»24.

Ο Αλή έθεσε τότε σε εφαρμογή το τελευταίο μέρος του σχεδίου του. Ο ίδιος μπορεί πια να είχε στην κατοχή του τους ορεινούς όγκους του Σουλίου, οι Σουλιώτες, όμως, που όλα τα προηγούμενα χρόνια αμφισβήτησαν την εξουσία του και ήρθαν σε ευθεία αντιπαράθεση μαζί του, εξακολουθούσαν να είναι ένοπλοι και να συνιστούν απειλή στην επιβολή της συγκεντρωτικής εξουσίας του.

Έτσι, πρώτα τα γένη του Νίκου Κουτσονίκα και του Κολέτση Φωτομάρα που είχαν καταφύγει στο Ζάλογγο, δέχθηκαν την αιφνιδιαστική επίθεση 3.000 Τουρκαλβανών. Στη διάρκεια της μάχης «γυναίκες τινές ωσεί εξήκοντα, όλαι σχεδόν χήραι, ιδούσαι τον κίνδυνον αναπόφευκτον, επρόκρινον, παρά την πολυπαθή και κατησχυμένην αιχμαλωσίαν, τον ηρωικόν και στιγμιαίον θάνατον της αυτοκτονίας∙ αναβάσαι επί τινός κρημνώδους ύψους κατέρριπτον πρώτον τα τρυφερά και φίλτατα αυτών τέκνα, επομένως δε μία κατόπιν της άλλης ερρίπτοντο και αυταί αυθορμήτως από του κρημνού»25. Οι Σουλιώτισσες αρνήθηκαν να γίνουν σκλάβες των Τούρκων και, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο εθνικός μας ποιητής, «Τες εμάζωξε εις το μέρος / Του Ζαλόγγου το ακρινό / Της Ελευθεριάς ο έρως / Και ταις έμπνευσε χορό»26. Από τους 500 Σουλιώτες, μόλις οι 150 μπόρεσαν να διασωθούν και να μεταβούν στην Πάργα.

Αυτό το κορυφαίο ίσως γεγονός θυσίας γυναικών στην παγκόσμια ιστορία, καθώς επιλέγουν τον τιμημένο θάνατο «χωρίς γόγγυσμα κι αντάρα»27, η σχολή της ιστορικής αποδόμησης προσπάθησε να το παρουσιάσει ως έναν ακόμη συνωστισμό Ελλήνων, που πριν από εκείνον στο λιμάνι της Σμύρνης, μπορεί ίσως να «κατακρημνίστηκε απωθούμενο στην άκρη του γκρεμού από τους οπισθοχωρούντες μαχητές»28. Και βέβαια, η αμφισβήτηση γεγονότων που αποτέλεσαν σταθμό στη σουλιώτικη ιστορία δεν περιορίζεται μόνο στο Ζάλογγο, καθώς αμφιβολίες εκφράζουν οι ίδιοι κύκλοι για την πυρπόληση του Σαμουήλ στο Κούγκι και για την ανατίναξη της Δέσπως στον πύργο του Δημουλά.
 Στη συνέχεια, στις 23 Δεκεμβρίου, τα τουρκαλβανικά στρατεύματα κινήθηκαν στη Ρινιάσα,  όπου είχαν εγκατασταθεί είκοσι σουλιώτικες οικογένειες από το γένος του Γιωργάκη Μπότση. Η γυναίκα του, η θρυλική Δέσπω, κλεισμένη με τις κόρες της, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά, επέλεξε τον ένδοξο και ελεύθερο θάνατο και «δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει / σκλάβες Τουρκών μη ζήσωμεν, παιδιά, μαζί μ’  ελάτε. / Και τα φυσέκια άναψε, κι όλοι φωτιά γενήκαν»29. 
Τέλος, ο Κίτσος Μπότσαρης, κατέφυγε με 1200 Σουλιώτες στα Άγραφα, κοντά στο χωριό Σέλτσο, στη φυσικά οχυρή θέση της Μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εκεί, τον Ιανουάριο του 1804, δέχθηκε επίθεση από τουρκαλβανικά στρατεύματα. Μετά από πολιορκία τριών μηνών, στις 7 Απριλίου 1804 το μοναστήρι κατελήφθη και μόνο 50 Σουλιώτες, ανάμεσά τους ο Κίτσος και ο γιος του Μάρκος, κατάφεραν να σωθούν και να βρουν καταφύγιο στην Πάργα. Η Λένω Μπότσαρη, κόρη του Κίτσου, πολεμώντας γενναία κοντά στον Αχελώο ποταμό, περικυκλώθηκε από τα εχθρικά στρατεύματα και, για να μη συλληφθεί, έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε. Και απόμεινε και αυτό το συγκλονιστικό γεγονός παρακαταθήκη και θησαυρός στη δημοτική ποίηση: «Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου, / σέρνω φουσέκια ‘ς την ποδιά και βόλια ‘ς τοις μπαλάσκαις. / - Κόρη, για ρίξε τάρματα, γλύτωσε τη ζωή σου. / - Τι λέτε, μωρ’ παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια; / Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδελφή του Γιάννη»30.

Οι αποδιωγμένοι από την πατρίδα τους Σουλιώτες εγκαταστάθηκαν στη συνέχεια στα Επτάνησα και κυρίως στην Κέρκυρα, όπου κατατάχθηκαν και υπηρέτησαν σε στρατιωτικά σώματα υπό τις διαταγές αρχικά των Ρώσων και στη συνέχεια των Γάλλων και των Άγγλων.

Η δυνατότητα να επανακτήσουν τους ορεινούς όγκους του Σουλίου τους δόθηκε το 1820, όταν επωφελήθηκαν από τη σύγκρουση του Αλή πασά με τις σουλτανικές δυνάμεις. Έτσι, στις 12 Δεκεμβρίου του 1820, το Σούλι ήταν και πάλι ελεύθερο, και μάλιστα η πρώτη ελληνική περιοχή που απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό. Στη συνέχεια, οι Σουλιώτες, καθοδηγούμενοι από τους Φιλικούς Χριστόφορο Περραιβό και Νικόλαο Φωτομάρα και ενεργώντας σύμφωνα με τα διπλωματικά σχέδια της Φιλικής Εταιρείας, η οποία επεδίωκε τη διατήρηση της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των Τούρκων και του Αλή, συνέχισαν να μάχονται εναντίον των Τούρκων31. Στην αυγή του 1821, αφοσιώνονται στην υπόθεση της Ελληνικής Επανάστασης και ενωμένοι πια με τις δυνάμεις του μαχόμενου ελληνισμού πολεμούν εναντίον του κοινού εχθρού, επιδεικνύοντας απαράμιλλη ανδρεία και χύνοντας αφειδώς το αίμα τους καθ’ όλη τη διάρκεια του Ιερού Αγώνα. Μετά το θάνατο του Αλή πασά, τα σουλτανικά στρατεύματα στράφηκαν εναντίον των Σουλιωτών και τον Αύγουστο του 1822 τους οδήγησαν στην οριστική αποχώρησή τους από τις πατρογονικές τους εστίες, τις ποτισμένες με το αίμα των πολυετών αγώνων τους.

Από εκείνη τη στιγμή και μετά θα διακριθούν σε όλες τις σημαντικές συγκρούσεις του Αγώνα της Εθνεγερσίας και θα αναδειχθούν σε ένοπλη πρωτοπορία της Επανάστασης του 1821. Με την απαράμιλλη γενναιότητά τους, το υψηλό τους φρόνημα και τη βαθιά τους πίστη στην αξία της ελευθερίας θα πρωταγωνιστήσουν στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου με την ξεχωριστή παρουσία του Μάρκου και στο δεύτερο αποκλεισμό που οδήγησε στην Έξοδο των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

Στον τακτικό πια ελληνικό στρατό που συγκροτήθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο Κίτσος Τζαβέλας τίθεται επικεφαλής μίας εκ των τεσσάρων χιλιαρχιών και αναλαμβάνει τις επιχειρήσεις για την απελευθέρωση της Δυτικής Ελλάδας. Μετά το Λιδωρίκι, το Καρπενήσι και τη Βόνιτσα, οι δυνάμεις του Κίτσου Τζαβέλα κυρίευσαν αρχικά το κάστρο του Αντιρρίου, το Μάρτιο του 1829, και ένα μήνα αργότερα ύψωσαν την ελληνική σημαία στο κάστρο της Ναυπάκτου32. Και ο φιλόξενος τόπος σας γίνεται καταφύγιο και νέα πατρίδα για τους Σουλιώτες αγωνιστές, απόγονοι των οποίων βρίσκονται ανάμεσά μας, με απόφαση της Ε’ Εθνοσυνέλευσης (14 Ιανουαρίου 1832) που ψηφίζει «να δοθή τόπος δωρεάν εις κατοικίαν των οικογενειών των αυτοχθόνων Σουλιωτών εκ των εθνικών οικοπέδων κατά την Ναύπακτον και το Βραχώρι». Σύμφωνα με ονομαστικό κατάλογο που κατήρτισε στις 14.5.1834 ο έπαρχος Ναυπακτίας Δημήτρης Κριεζής και διέσωσε στο αρχείο του ο Γιάννης Βλαχογιάννης, στη Ναύπακτο ζούσαν 446 Σουλιώτες ανήκοντες σε 129 οικογένειες33.

  Οι απροσκύνητοι Σουλιώτες ανήκουν σε εκείνους που αγωνίστηκαν για την ελευθερία της πατρίδας μας, πολύ πριν ακουστούν οι σειρήνες της Επανάστασης, αντιδρώντας στη λογική της κυριαρχίας του παντοδύναμου Τούρκου δυνάστη. Η γενναιότητά τους και ο Έρως της Ελευθερίας, κατά το Διονύσιο Σολωμό, συνέθεταν αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν ευψυχία. Αυτή η δυσεύρετη αρετή στην εποχή μας έγινε τραγούδι στο στόμα του λαού, ενέπνευσε πλήθος λογοτεχνών, περιηγητών και ζωγράφων που μέσα από την τέχνη τους ύμνησαν τα κατορθώματά τους σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα.

Γνήσια τέκνα του Ελληνισμού και της ελληνικής παράδοσης με τον τρόπο σκέψης και τη ζωή τους εξέφρασαν όλες τις αντινομίες της ελληνικής φυλής, τα ελαττώματα και τις αρετές που χαρακτηρίζουν το γένος μας. Αναμφίβολα διαπαιδαγωγούμενοι να θεωρούμε «εθνικόν ό,τι είναι αληθές» κατά την παραίνεση του Σολωμού, και με επιβεβλημένη την απαλλαγή της ιστορίας μας από μυθοπλασίες χωρίς ιστορικό αντίκρισμα, δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι υπήρχαν μόνο λαμπρές σελίδες στην πολύχρονη δράση τους στα άγρια βουνά της Ηπείρου και μετέπειτα στον Αγώνα της Εθνεγερσίας. Ταυτόχρονα, όμως, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι, όπως οι περισσότεροι Έλληνες αγωνιστές, όρθωσαν μια αυταπάρνηση τόσο πηγαία και με το μοναδικό τους αγωνιστικό πνεύμα συνέβαλαν τα μέγιστα στο εθνεγερτικό κάλεσμα.

Το Ζάλογγο, το Σούλι, η Δέσπω και ο πύργος του Δημουλά, οι Τζαβελλαίοι και οι Μποτσαραίοι, είναι ταυτισμένα στο υποσυνείδητο των Ελλήνων με τον αγώνα για την ελευθερία της πατρίδας και για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ο Γιώργος Καραμπελιάς στο τελευταίο εξαιρετικό πόνημά του με τον ευρηματικό τίτλο Συνωστισμένες στο Ζάλογγο. Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς και η αποδόμηση της ιστορίας, επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Το γεγονός ότι ζούμε σε μια αντιηρωική εποχή και έχουμε σχετικοποιήσει τα πάντα δεν μας επιτρέπει να βλέπουμε με το ματογυάλι του ύστερου απομυθοποιητικού εικοστού αιώνα ενέργειες και πράξεις ηρωισμού, με τις οποίες, επειδή δεν μπορούμε να αναμετρηθούμε, τις βάζουμε στο κρεβάτι του Προκρούστη»34.

Κυρίες και κύριοι,
Κοιτάζει κανείς προς τα πίσω και μέσα από την «ανάγνωση» των εθνικών μας αγώνων οπλίζεται και μαθαίνει. Κοιτάζει μπροστά και οραματίζεται το μέλλον. Όμως δεν παύει η προσωπική ιστορία του καθενός μας να γράφεται στον παρόντα χρόνο και η κάθε γενιά να καταθέτει τη δική της ψηφίδα στο διαχρονικά διαμορφούμενο ελληνικό ψηφιδωτό.  Και σε μια συγκυρία που ως κοινωνία βλέπουμε τα πάντα από την αρχή, αναζητώντας το βηματισμό μας στην προοπτική ενός αμφίσημου μέλλοντος, θα μου επιτρέψετε να κλείσω με την αναφορά του ανώνυμου παππού, από το Πολιτιστικό Αλφαβητάρι, το τελευταίο βιβλίο του Λαοκράτη Βάσση. Λέει, λοιπόν, ο γέροντας με μοναδικό στοχασμό, έχοντας προηγουμένως ακούσει όλες τις θεωρητικές αναζητήσεις και ερμηνείες των έτερων συνομιλητών: «Θέλω να σας πω πως στις δύσκολες στιγμές μας βλέπαμε από το άστραμμα της ψυχής μας. Όπως το ακούτε, από το άστραμμα της ψυχής μας. Κάπως έτσι και τώρα, σε τούτους τους μουντούς καιρούς, αν δεν αστράψει και πάλι η ψυχή μας, δεν θα φωτιστεί το δύσκολο μονοπάτι που οδηγεί στο μέλλον»35.

Παραπομπές

Ο Παναγιώτης Μανιώτης είναι φιλόλογος και εργάζεται στα Εκπαιδευτήρια Γείτονα.

1 Η συγκεκριμένη εργασία παρουσιάστηκε σε εκδήλωση με θέμα «Οι Σουλιώτες της

Ναυπάκτου και το διαχρονικό ήθος του  πρωτοκαπετάνιου Μάρκου Μπότσαρη», που
οργάνωσε ο Δήμος Ναυπακτίας σε συνεργασία με το Σύνδεσμο Φιλολόγων Ναυπακτίας στην
Παπαχαραλάμπειο Αίθουσα, στις 15 Απριλίου 2015.
2 Μάνεσης Αριστόβουλος, Η φιλελεύθερη και δημοκρατική ιδεολογία της εθνικής επανάστασης
του ’21, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Επίσημοι Λόγοι, Τόμ. 27, 1987
3 Fauriel Glaude, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1998,
τόμος Α΄, σελ. 169
4 Παπαρρηγόπουλος Κωνσταντίνος, Ιστορία του ελληνικού έθνους, Βιβλίον Δέκατον
Τέταρτον, εκδόσεις Γαλαξίας, Αθήνα 1971, σελ. 173
5 Ράγκος Ιωάννης, Σούλι ήτοι Σελίδες Ιστορίας Σουλίου, εκδόσεις Βιβλιοπωλείο Διονυσίου
Νότη Καραβία, Αθήνα 1880, σελ. 13-14
6 Οι φάρες που κατοικούσαν στο Τετραχώρι, με βάση τις αναφορές του Χριστόφορου
Περραιβού (Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη
και Κ. Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 17-18),  ήταν οι εξής:
α) Σούλι: Τζαβελλάται, Βοτζαράται, Δρακάται, Δαγκλιάται, Κουτζονικάται, Καραμπινάται,
Μπουτζάται, Σιάται, Καλογεράται, Ζαρμπάται, Βελιάται, Θανασάται, Κασκαράται, Τοράται,
Μαντζάται, Παππαγιαννάται, Βασιάται, Τοντάται, Σαχινάται, Παλαμάται, Ματάται,
Μπουζμπάται
β) Κιάφα: Ζερβάται, Νικάται, Φωτάται, Πανταζάται
γ) Αβαρίκο: Σαλαράται, Μπουφάται, Σοβίται
δ) Σαμωνίβα: Μπεκάται, Δαγκλιάται, Ηράται
7 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 15
8 Κοσσυβάκης Γρηγόρης, Διαχρονικός Ηπειρωτικός Ελληνισμός, εκδόσεις Κάδμος,
Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 144
9 Διονύσιος Σολωμός, Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον (Διονύσιου Σολωμού, Άπαντα,
επιμέλεια – σημειώσεις Λίνου Πολίτη, εκδόσεις Ίκαρος, Ζ’ έκδοση, Αθήνα 1999, τόμος Α’, σελ.
120)
10 Ιστορία του ελληνικού έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1995, τόμος ΙΑ΄, σελ. 420
11 Ο Μιχάλης Περάνθης στο ιστορικό μυθιστόρημα Σουλιώτες (εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2004,
σελ. 113) αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Χέρι στη γυναίκα κανένας Σουλιώτης δεν τόλμαγε να σηκώσει, ήταν νόμος παλιός, κι οι
γυναίκες το ‘ξεραν κι έμπαιναν στη μέση κι είχαν πολλές βολές γλιτώσει τους άντρες τους
τους ευκολοάναφτους από άδικο αίμα».
12 Ξηραδάκη Κούλα, Γυναίκες του ’21, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννενα 1995, σελ. 33
13 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 21-37
14 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 41
15 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 51
16 Σανδρής Βασίλης, Σούλι. Οδοιπορικό στον τόπο και στην ιστορία, εκδόσεις  Ελληνικά
Γράμματα, Αθήνα 2001, σελ. 111
17  Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 89-90
18 Ράγκος Ιωάννης, Σούλι ήτοι Σελίδες Ιστορίας Σουλίου, εκδόσεις Βιβλιοπωλείο Διονυσίου
Νότη Καραβία, Αθήνα 1880, σελ. 17-18
19 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 127
20 Ο γαμπρός, την απελευθέρωση του οποίου ζητάει ο Πήλιος Γούσης, ήταν γιος του
Κουτσονίκα.
21 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 129
22 Fauriel Glaude, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1998,
τόμος Α΄, σελ. 203
23 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 153-154
24 Fauriel Glaude, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1998,
τόμος Α΄, σελ. 203
25 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 157                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                            
26 Διονύσιος Σολωμός, Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον (Διονύσιου Σολωμού, Άπαντα,
επιμέλεια – σημειώσεις Λίνου Πολίτη, εκδόσεις Ίκαρος, Ζ’ έκδοση, Αθήνα 1999, τόμος Α’, σελ.
119)
27 Διονύσιος Σολωμός, Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον (Διονύσιου Σολωμού, Άπαντα,
επιμέλεια – σημειώσεις Λίνου Πολίτη, εκδόσεις Ίκαρος, Ζ’ έκδοση, Αθήνα 1999, τόμος Α’, σελ.
119)
28 Βάσω Ψιμούλη, Σούλι και Σουλιώτες, εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2006, σελ. 439
29 Fauriel Glaude, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1998,
τόμος Α΄, σελ. 204
30 Πολίτης Νικόλαος, Δημοτικά τραγούδια, Εκδόσεις Ιστορική Έρευνα, σελ. 11
31 Κραψίτης Βασίλης, Η αληθινή ιστορία του Σουλίου, Αθήνα 1989, σελ. 260-262
32 Κραψίτης Βασίλης, Η αληθινή ιστορία του Σουλίου, Αθήνα 1989, σελ. 427-428
33 Κραψίτης Βασίλης, Η αληθινή ιστορία του Σουλίου, Αθήνα 1989, σελ. 442-444
34 Καραμπελιάς Γιώργος, Συνωστισμένες στο Ζάλογγο. Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς και η
αποδόμηση της Ιστορίας, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2011, σελ. 158
35 Βάσσης Λαοκράτης, Το Πολιτιστικό μας «Αλφαβητάρι», εκδόσεις Ταξιδευτής, Αθήνα 2015,
σελ. 142

Οι Σουλιώτες της Ναυπάκτου

 
Στα πλαίσια των εκδηλώσεων του Δήμου Ναυπακτίας για τον εορτασμό της 186ης Επετείου της Απελευθέρωσης της Ναυπάκτου, την Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015, στην  Παπαχαραλάμπειο Αίθουσα της πόλης μας, πρώτη έλαβε χώρα  η εσπερίδα με τίτλο  «Οι Σουλιώτες της Ναυπάκτου και το Διαχρονικό Ήθος του  πρωτοκαπετάνιου Μάρκου Μπότσαρη», το συντονισμό της οποίας ανέλαβε ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Ναυπακτίας. 
Η Πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Ναυπακτίας, κα Μαρία Δρογγίτη, εισηγήθηκε με σχετική ομιλία της το θέμα "Οι Σουλιώτες της Ναυπάκτου".  Ακολούθως ο κ. Παναγιώτης Μανιώτης,  φιλόλογος, παρουσίασε  ιστορική μελέτη υπό τον τίτλο "Σουλιώτες και Εθνεγερσία" και ο κ. Λαοκράτης Βάσσης, φιλόλογος- συγγραφέας, την εισήγησή του με θέμα: "Το διαχρονικό ήθος του Μάρκου Μπότσαρη".
Ποιήματα  για τους Σουλιώτες απήγγειλε ο ηθοποιός Δ. Σιούντας, ενώ ο Χρήστος Ζώτος,
δεξιοτέχνης του στεριανού λαούτου, ερμήνευσε το κλέφτικο δημοτικό τραγούδι: "Ο Θρήνος για τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη".
Αποσπάσματα από την εκδήλωση μπορείτε να παρακολουθήσετε στο ακόλουθο βίντεο:



Ο Σ.ΦΙ.Ν. με χαρά θα δημοσιεύσει στο παρόν ιστολόγιο τις περισσότερες από τις ομιλίες των εισηγητών σε αυτές τις εκδηλώσεις. Εν αναμονή, λοιπόν...





"Εκστρατεία Σαγγαρείου: ένας δημοσιογραφικός αίνος και θρήνος"

Το βιβλίο του Γ.Αθάνα «Εκστρατεία Σαγγαρείου: ένας δημοσιογραφικός αίνος και θρήνος,παρουσιάστηκε σήμερα στις 11 το πρωί στην αίθουσα του πνευματικού κέντρου της Ι.Μ.Ναυπάκτου και Αγ.Βλασίου.
Ο Γ.Αθάνας ως πολεμικός ανταποκριτής εφημερίδων της εποχής εξιστορεί τα γεγονότα που βίωσε μέσα από τη δική του ματιά στο μέτωπο της Μ.Ασίας με την τραγική κατάληξη που είχε για το Ελληνικό έθνος.
Παρόντες ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ.κ.Ιερόθεος,ο δήμαρχος Ναυπακτίας Τ.Λουκόπουλος,ο αντιδήμαρχος πολιτισμού Γ.Ράπτης.
Ομιλητές της εκδήλωσης ο Αρ.Αθανασιάδης-Σισμάνης,οι φιλόλογοι Βασ.Τσαούσης, Γ.Λαουρδέκης και Θεώνη Σατλάνη. Αποσπάσματα του έργου ανέγνωσε ο φιλόλογος Κ.Δημόπουλος και οιήματα απήγγειλε η κα Κ.Παπαδημητρίου.Τον συντονισμό είχε ο Χαρ.Χαραλαμπόπουλος.
Αναδημοσίευση από Nafpaktianews

Το ιστολόγιο του Σ.ΦΙ.Ν. με χαρά θα δημοσιεύσει τις ομιλίες των εισηγητών, ευθύς μόλις είναι διαθέσιμες. 
 Αποσπάσματα από την εκδήλωση μπορείτε να παρακολουθήσετε στο ακόλουθο βίντεο.

DSC04447 DSC04448 DSC04449 
 DSC04460 

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Πρόγραμμα Εκδηλώσεων Απελευθέρωσης Ναυπάκτου 2015 PDF Εκτύπωση E-mail

Πρόγραμμα Εκδηλώσεων Απελευθέρωσης Ναυπάκτου 2015

 Μεγάλη Τετάρτη Πύργος  Μπότσαρη
 Έκθεση «Απελευθέρωση της Ναυπάκτου», με έργα του Νίκου Μακρυγιάννη, όπλα και αντικείμενα  απογόνων Σουλιωτών αγωνιστών της Ναυπάκτου και χρωμολιθογραφίες των πλοίων του αγώνα από το Ναυτικό Μουσείο Γαλαξειδίου. Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 30 Απριλίου, Δευτέρα- Παρασκευή 9:00 έως 13:00 (εκτός αργιών).
Εγκαίνια: Μεγάλη Τετάρτη & ώρα 18:00

 Μεγάλη Τετάρτη Αίθουσα Κεντρικού Δημαρχείου
 Φιλοτελική Έκθεση με θέμα «Εθνική Παλιγγενεσία & Απελευθέρωση της Ναυπάκτου».
Σε συνεργασία με τα ΕΛΤΑ. Συμμετέχουν οι Φιλοτελιστές Φώτης Μόσχος και Διονύσης Μπράβος. Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 30 Απριλίου, Δευτέρα- Παρασκευή 9:00 έως 13:00 (εκτός αργιών).
Εγκαίνια: Μεγάλη Τετάρτη & ώρα  18:45

 Τετάρτη 15/04 Παπαχαραλάμπειος Αίθουσα –  Ώρα: 20:00
 «Οι Σουλιώτες της Ναυπάκτου και το Διαχρονικό Ήθος του  πρωτοκαπετάνιου Μάρκου Μπότσαρη».
Σουλιώτες και Εθνεγερσία. Παναγιώτης Μανιώτης,  φιλόλογος
Το διαχρονικό ήθος του Μάρκου Μπότσαρη. Λαοκράτης Βάσσης, φιλόλογος- συγγραφέας
Απαγγέλει ποιήματα για τους Σουλιώτες ο ηθοποιός Δ. Σιούντας
Παρουσίαση  του κλέφτικου δημοτικού τραγουδιού: Ο Θρήνος για τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη από τον θρύλο, δεξιοτέχνη του στεριανού λαούτου, Χρήστο Ζώτο.
Συντονίζει ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Ναυπακτίας

 Παρασκευή 17/04 Παπαχαραλάμπειος ΑίθουσαΏρα: 20:00
 «Αφιέρωμα στον Μπουρλοτιέρη Γιώργο  Ανεμογιάννη – Παξινό».
Πέτρος Πιτσιάκκας, Φιλόλογος, Δ/ντης 3ου Γυμνασίου Ναυπάκτου
Συμμετέχει η Ορχήστρα Παραδοσιακών Οργάνων του Παντελή Αναστασόπουλου.

 Σάββατο 18/04  Παπαχαραλάμπειος Αίθουσα - Ώρα: 20:00

 «Το Χρονικό της Απελευθέρωσης της Ναυπάκτου»
Χάρης Ψαρρός, Φιλόλογος, μέλος του Συνδέσμου Φιλολόγων Ναυπακτίας
Αργυρούλα Καρδασοπούλου – Κοτίνη, Λογοτέχνης- Ποιήτρια
Μπάμπης Χαραλαμπόπουλος, π. Πρόεδρος Ε.ΝΑ.Μ.
Παραδοσιακή μουσική με τον Άγγελο Σταθόπουλο.

Κυριακή 19/04 1ος Ημιμαραθώνιος Ναυπάκτου «Lepanto Run» & Παράλληλοι Αγώνες
Διοργάνωση: Δήμος  Ναυπακτίας – Σύλλογος Δρομέων & Μαραθωνοδρόμων “Lepanto” – Φυσιολατρική Ομάδα Αντιρρίου.
Αφετηρία: Παραλία Ψανής & ώρα 10:00 π.μ. μπροστά από το 1ο Γυμνάσιο Ναυπάκτου.

Από τη Μεγάλη Τρίτη θα ξεκινήσει και η έκθεση «Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας» του Κώστα Κοτσιανά στο Φετιχιέ Τζαμί.
Μια μοναδική συλλογή εκθεμάτων του μουσείου αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας, που καλύπτουν την περίοδο από το 2000 π.Χ. μέχρι το τέλος του αρχαίου ελληνικού κόσμου.
Ανακαλύψτε ότι η τεχνολογία των αρχαίων Ελλήνων, ήταν εξαιρετικά όμοια με την σύγχρονη τεχνολογία μας.
Δευτέρα – Παρασκευή 9:00 έως 13:00 (εκτός αργιών)
Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 30 Μαΐου, (επίσκεψη σχολείων με προσυνεννόηση).

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Ναυπακτίας σας εύχεται

 Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα!

“Αναστάσεως ημέρα,/ λαμπρυνθώμεν λαοί
Πάσχα Κυρίου, Πάσχα,/ εκ γαρ θανάτου προς ζωήν
και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός
τρανώς ακουσώμεθα,/ επινίκιον άδοντας. […]
Προσέλθωμεν λαμπαδηφόροι/ τω προϊόντι
Χριστώ εκ του μνήματος,/ ως νυμφίω, και συνεορτάσωμεν
τας φιλεόρτοις τάξεσι,/ Πάσχα Θεού το σωτήριον. […]
Γυναίκες μετά μύρων θεόφρονες/ οπίσω σου έδραμον
ον δε ως θνητόν,/ μετά δακρύων εζήτουν
προσεκύνησαν χαίρουσαι/ ζώντα Θεόν
και Πάσχα το μυστικόν/ σοις Χριστέ μαθηταίς ευηγγελίσαντο.”
(Ιωάννη Δαμασκηνού, Υμνολογία)