Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
Tο σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Ο Δ.Μαρωνίτης μιλά για δυο παράξενους ξένους: τον Οδυσσέα και τον Οιδίποδα...

Δύο παράξενοι ξένοι, Οδυσσέας- Οιδίπους

ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ
του Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη
Ι.
Η προκείμενη δοκιμή ελέγχεται τριπλά περιοριστική: α) αγνοεί τον όρο μέτοικος −ένα είδος ιδανικού μετανάστη στην ελληνική, ακριβέστερα αθηναϊκή πολιτεία· β) περιορίζεται στα ομηρικά έπη και σε δύο μόνον ομόθεμα δράματα του Σοφοκλή (στον Οιδίποδα Τύραννο και στον Οιδίποδα επί Κολωνώ)· γ) το τυπικό θέμα της ξενίας, με τα συμφραζόμενά του, υποβάλλεται εδώ σε μια ιδιάζουσα εφαρμογή, που φαίνεται να εμπεριέχει στο εσωτερικό της κάτι παράξενο, στο όριο της αντίφασης: τόσο ο Οδυσσέας όσο και ο Οιδίπους κυκλοφορούν ως ξένοι μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, στοιχείο που τους καθιστά παράξενους ξένους.
Γύρω από αυτόν τον λοξό άξονα περιστρέφεται η προκείμενη πρόταση, υπονοώντας ότι μπορεί κάποιος, έστω κατ’ εξαίρεση, να είναι συνάμα ξένος και δικός, δικός και ξένος. Σ’ αυτόν τον ρόλο φαίνεται να συγκλίνουν ο Οδυσσέας και ο Οιδίπους, δύο ήρωες κατ’ εξοχήν αποκλίνοντες. Το περίεργο είναι ότι η παράξενη αντίφαση για την οποία γίνεται λόγος εδώ, υπόκειται ήδη στη σύνθετη ομηρική λέξη φιλόξεινος, που απαντά δύο τουλάχιστον φορές στην Οδύσσεια (ζ 121 και ν 202).
Αν λάβουμε υπόψη ότι το πρώτο συνθετικό της, η λέξη φίλος, συχνά πυκνά σημαίνει στα ομηρικά έπη δικός, τότε φιλόξεινος κρίνεται εκείνος που κάνει τον ξένο δικό, αφήνοντας όμως περιθώριο και για το αντίστροφο. Κάτι που φαίνεται να ισχύει τόσο στην περίπτωση του Οδυσσέα όσο και στην περίπτωση του Οιδίποδα. Στον κύκλο πάντως της γενικότερης γλωσσικής αμφισημίας, που περιβάλλει το θέμα μας, ανήκει και το επίθετο παράξενος, που ακούγεται, αλλά δεν είναι, μεταγενέστερο ή νεοελληνικό, όπως χαρακτηρίζεται σε κάποια έγκυρα κατά τα άλλα λεξικά.
Τελικώς πρόκειται για αρχαία λέξη, που απαντά, σε ουδετέρο γένος και πληθυντικό αριθμό, ήδη στους Αχαρνής του Αριστοφάνη (στ. 518) με τη σημασία του «ημίξενου, κίβδηλου πολίτη», ως κατηγορούμενο της λέξης ἀνδράρια, συνταγμένο μάλιστα μαζί με τρία άλλα κατηγορούμενα: μοχθηρά, ἄτιμα και παράσημα. Πότε και πώς το επίθετο παράξενος αποφορτίστηκε προοδευτικά από την αρνητική του σημασία, για να καταλήξει στις μέρες μας δηλωτικό για την κάπως παραβατική, συμπαθητική όμως όψη και συμπεριφορά, είναι ζητούμενο που διαφεύγει από τον κεντρικό στόχο της προκείμενης μελέτης.
Στο κέντρο της πάντως βρίσκεται η λέξη ξένος με τα παράγωγα και τα σύνθετά της, τα οποία στα ομηρικά έπη εύκολα εντοπίζονται: ξεῖνος, ξενίη, ξεινοσύνη, ξένιος, ξένιον, ξεινίζω ξεινοδόκος. Αργότερα (από τα αρχαϊκά έως και τα όψιμα ελληνιστικά και ελληνορωμαϊκά χρόνια) τα σύνθετα (ουσιαστικά, επίθετα και ρήματα) πολλαπλασιάζονται. Παραδείγματα σε αλφαβητική σειρά: ξενοβόρος, ξενοδάϊκτος, ξενοδίκης και ξενόδικος, ξενοδοχέω και ξενοδοχεῖο, ξενοπαθέω, ξενοπρεπής, ξεναγῶ, ξεναγός και ξενάγησις, ξενηλασία και ξενηλατέω, ξενισμός, ξενιτεύω.
Προσθετέα στον, ενδεικτικό, έτσι κι αλλιώς, αυτόν κατάλογο είναι και εκείνα όπου ο ξένος επέχει θέση δεύτερου συνθετικού, όπως: δορύξενος, πρόξενος, ιδιόξενος. Τούτο σημαίνει ότι υπάρχει πυκνό και φιλόξενο λεξιλόγιο στην ελληνική αρχαιότητα, που υποδείχνει, όπως έχει ήδη παρατηρηθεί σε ειδικότερες μελέτες, τη γλωσσική, γραμματολογική, κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική βαρύτητα της ξενίας. Σ’ αυτό πάντως το πολύτυπο πλέγμα εντάσσονται και ξεχωρίζουν οι δύο παράξενοι ξένοι της προκείμενης μελέτης.

ΙΙ.
Με αυτή την τυπολογική ταυτότητα οπλισμένη η ξενία δεν κυκλοφορεί απομονωμένη: συχνά (για να μην πω: πάντα) ζευγαρώνει με άλλα συγγενικά τυπικά θέματα, δείχνοντας έτσι την εντυπωσιακή λειτουργική της εμβέλεια. Διαθέτουμε ήδη μια εξαιρετικής ακρίβειας και ευστοχίας σχετική μελέτη του Λάμπρου Πόλκα, που φέρει τον τίτλο «Ξενία-ικεσία-φιλότης στα ομηρικά έπη», όπου και η σχετική βιβλιογραφία. Αντιγράφω την προοιμιακή της παράγραφο, επειδή φωτίζει καλά το τυπολογικό πλαίσιο του θέματός μας:
«Ξενία και ικεσία συνιστούν δυνάμει αφορμές για συναισθητική σύγκλιση ανάμεσα στον ξένο/ικέτη και στον ξενιστή/ικετευόμενο − σχέση που δηλώνεται με τον γενικό όρο φιλότης (η λέξη είναι ήδη ομηρική) και τις αλλόμορφες τροπές των λέξεων φίλος και φιλεῖν. Η φιλότης υπολογίζεται στη συγκεκριμένη πρίπτωση ως περιέχουσα επική συνθήκη, ενώ η ξενία και η ικεσία ως περιεχόμενα θέματά της».
Ο συνειρμός αυτός της ξενίας με την ικεσία και τη φιλότητα, που θεωρείται  δεδομένος, ευνοεί την επόμενη διερεύνηση και διεύρυνσή του. Πρόκειται τώρα για τυπικά πάλι θέματα ή μοτίβα συμπληρωματικά της ξενίας, που μπορούν να μοιραστούν καταρχήν σε αντιθετικά ή θετικά, με την έννοια ότι ή προάγουν ή δυσχεραίνουν, αν δεν ακυρώνουν, την πραγματοποίηση της ξενίας. Στα αντιθετικά ανήκουν ο φόνος και η σωματική παραμόρφωση. Στα θετικά ο εξωραϊσμός, ο αναγνωρισμός, ο καθαρμός και η εξιλέωση. Στο ενδιάμεσο κινείται το ζεύγος πάθος-συμπάθεια. Δυο λόγια για την κάθε περίπτωση.
Ο φόνος βρίσκεται προφανώς στους αντίποδες της ξενίας, όταν ασκείται ως προγραμματική εξόντωση ενός ανεπιθύμητου ξένου. Αν ωστόσο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο φόνος αποτραπεί, επιβάλλει τον καθαρμό και την εξιλέωση του ικέτη, όταν μάλιστα συμβαίνει ο ικέτης να επιβαρύνεται ο ίδιος από κάποιον, εκούσιο ή ακούσιο, φόνο. Η σωματική παραμόρφωση, σκόπιμη ή παρεπόμενη της ενδιάμεσης ταλαιπωρίας του ξένου, εμποδίζει καταρχήν την αιτούμενη φιλοξενία του. Για να ξεπεραστεί το συγκεκριμένο εμπόδιο, επιστρατεύεται συνήθως το μοτίβο του αυτόματου ή διαμεσολαβημένου εξωραϊσμού, ο οποίος ευοδώνει τον φιλόξενο αναγνωρισμό. Τέλος τα πάθη ενός ξένου, γνωστά εξ ακοής ή εξ επαφής, άλλοτε προκαλούν απώθηση και απέχθεια, άλλοτε τη συμπάθεια του ξενιστή.
Με τους όρους αυτούς επιχειρείται εφεξής η συνοπτική κατ’ ανάγκην σύνταξη ξενικού μητρώου πρώτα του Οδυσσέα και μετά του Οιδίποδα, ώστε να φανούν τόσο οι αναλογικές ομοιότητες όσο και οι, αναλογικές πάντα, διαφορές τους. Προϋποτίθεται πάντως ότι και στις δύο αυτές παράξενες περιπτώσεις κοινός, ειρωνικός ή δραματικός, παρονομαστής παραμένει η σύγχυση των ορίων μεταξύ ξένου και δικού, η ταλάντευση επομένως των ηρώων στο ριψοκίνδυνο μεταίχμιο των δύο αυτών όρων ζωής και μοίρας.

ΙΙΙ.
Το ξενικό μητρώο του Οδυσσέα μοιράζεται χωρικά και χρονικά στα δύο: εκτός και εντός Ιθάκης· ανήκει δηλαδή στα συμφραζόμενα του εξωτερικού και του εσωτερικού νόστου του ήρωα. Στην εξωτερική περιφέρεια ο Οδυσσέας, κατά αφηγηματική σειρά, ξενίζεται, ή και αντιξενίζεται, από: την Καλυψώ, τον Κύκλωπα, τον Αίολο, την Κίρκη,  το ζεύγος Αλκινόου και Αρήτης με την κόρη τους Ναυσικά. Στην εσωτερική τροχιά από τον Εύμαιο, τον Τηλέμαχο, τους μνηστήρες και τελικώς την Πηνελόπη. Χοντρικά η ξένιση του Οδυσσέα στην εξωτερική περιφέρεια του νόστου του είναι εξαρχής ή εξελίσσεται καθ’ οδόν σε θετική και ευάγωγη· ενώ στο εσωτερικό περιβάλλον της Ιθάκης αποδείχνεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, προβληματική και τελικώς διχάζεται ανάμεσα στη φονική επιχείρηση και στην ένθερμη αποδοχή. Αυτά σχηματικά και εξ αποστάσεως· εξ επαφής όμως τα πράγματα ελέγχονται πιο περίπλοκα, κάποτε και αντιφατικά. Συγκεκριμένα:
Η προσφερόμενη ξενία της Καλυψώς, που διαρκεί κοντά οκτώ χρόνια, εξελίσσεται σε εκβιαστική, οδηγώντας τον ξενιζόμενο ήρωα σε νοσταλγικό αδιέξοδο. Μετά όμως την επίσκεψη του Ερμή, η κατάσταση και η διάθεση αντιστρέφονται: η ξενία εκβάλλει τώρα σε αίσιο τέλος, σφραγίζεται από αμοιβαίο έρωτα και προάγεται σε αναχώρηση του ήρωα με τη συνεργατική κατασκευή μιας σχεδίας.
Στην περίπτωση της «Κυκλώπειας» το ζητούμενο της ξενίας προκύπτει από φιλοπερίεργη πρόκληση του Οδυσσέα: ο οποίος επιμένει στην απολίτιστη φύση και συμπεριφορά του τερατικού Πολύφημου, χαρακτηριστό σήμα της οποίας είναι και η άγνοια της φιλοξενίας. Τελικώς ο αφιλόξενος Κύκλωπας, τυφλωμένος από τον Οδυσσέα, επικαλείται και επιτυγχάνει την εκδίκηση του Ποσειδώνα, ο οποίος εμποδίζει για πολλά χρόνια την επιστροφή του ήρωα στην Ιθάκη, που έχει χάσει στο μεταξύ όλους τους εταίρους του.
Η φιλοξενία του Οδυσσέα από τον Αίολο αρχίζει με καλούς όρους: προσφέρει άμεσο νόστο στον ήρωα, ο οποίος όμως καθ’ οδόν ματαιώνεται εξαιτίας της νήπιας συμπεριφοράς των εταίρων του. Στα καλά της πάντως ανήκει και η διήγηση της τρωικής και μετατρωικής περιπέτειας του Οδυσσέα στον πρόθυμο ακροατή Αίολο, που συμπυκνώνεται όμως εδώ μόλις σε ένα δίστιχο.
Αμφίθυμη αποδείχνεται η ξενία του ήρωα και από την Κίρκη: η αρχική όρεξη της δαιμονικής μάγισσας είναι ηδονοθηρική και σκοπεύει στον ζωώδη υποβιβασμό των ξενιζομένων, που εφαρμόζεται για λίγο στους μισούς εταίρους. Στην περίπτωση όμως του Οδυσσέα, με την παρέμβαση και του Ερμή, η αρνητική πρόθεση της Κίρκης γυρίζει σε θετική· μετά από ενιαύσια ερωτική χαλάρωση του Οδυσσέα στην αγκαλιά της, συναποφασίζεται η συνέχιση του νόστου του ήρωα, ο οποίος όμως προηγουμένως δοκιμάζεται πρώτα στον κάτω κόσμο.
Διεξοδική και τελέσφορη αποδείχνεται η προσφερόμενη φιλοξενία του Οδυσσέα στο νησί των Φαιάκων και στο παλάτι του Αλκινόου. Διαβαθμίζεται στην παραποτάμια συνάντηση του ήρωα με τη Ναυσικά· στην υπόσχεση προαγωγής του νόστου του από τον Αρήτη, τον Αλκίνοο και τους Φαίακες· στην εξασφάλιση ξενικών δώρων· και κυρίως στους ένθετους Απολόγους, όπου ο ξένος αποκαλύπτει την ταυτότητά του και αφηγείται με εξαιρετική μαεστρία τα μετατρωικά έργα και πάθη του σε τέσσερις ολόκληρες ραψωδίες, κερδίζοντας έτσι τον θαυμασμό και τη συμπάθεια των ακροατών του.
Τα πράγματα δυσκολεύουν, μόλις ο Οδυσσέας φτάνει ενύπνιος στην Ιθάκη, οπότε τον ρόλο του αποτελεσματικού ξεναγού αναλαμβάνει η θεά Αθηνά. Η οποία προτείνει καταρχήν αμυντική απομόνωση του ήρωα στο απόμερο καλύβι του Εύμαιου· συνάμα πραγματοποιεί την παραμόρφωσή του σε αξιοθρήνητο και κακάσχημο επαίτη, προκειμένου να μην αναγνωριστεί πρόωρα τόσο από τους εχθρικούς μνηστήρες όσο και από τους φιλικούς οικείους, της Πηνελόπης συμπεριλαμβανομένης. Στόχος της υποκριτικής παραμόρφωσης, που εμφανίζει τον ήρωα άβολο ξένο στο πατρικό νησί και μέσα στο σπίτι του, είναι να πετύχει ο ίδιος εκ του ασφαλούς τη φονική εξόντωση των ατάσθαλων μνηστήρων, για να ανακτήσει ανεμπόδιστος τη βασιλική εξουσία και τη συζυγική του κλίνη. Στο μεταξύ μεσολαβούν διάδοχοι αναγνωρισμοί, πριν και μετά τη μνηστηροφονία. Η ενδιάμεση απόκρυψη της πραγματικής ταυτότητας του ήρωα συμπληρώνεται με τις ενδιάμεσες πλαστές διηγήσεις του, που επιβεβαιώνουν την αφηγηματική του αξιοσύνη, με την οποία εξασφαλίζει τη συμπάθεια των ακροατών του για τα πάθη του.
Συμψηφίζοντας συμπεραίνω: πέρα από τα βασικά θέματα της ικεσίας και της φιλότητας, προκύπτουν εδώ και πρόσθετα μοτίβα, τα οποία συστήνουν και υπογραμμίζουν τον παράξενο χαρακτήρα της συγκεκριμένης ξενίας. Καταλυτική αποδείχνεται η επιβάρυνσή της με το θέμα του φόνου· τόσο ως φονική πρόθεση όσων απωθούν την παρουσία του ξένου στο νησί και στο παλάτι· όσο και ως φονική εκδικητική πράξη, με την οποία ο ξενιτεμένος ανακτά τα νόμιμα δικαιώματά του. Στην έξοδο της οδυσσειακής αυτής περιπέτειας πραγματοποιείται συμβολικός καθαρμός ως εξιλέωση για το χυμένο αίμα και συνάμα αποτρέπεται, με την παρέμβαση της Αθηνάς και του Δία, η εμφύλια αιματοχυσία. Καιρός όμως να περάσω στο ξενικό μητρώο του Οιδίποδα.

IV.
Το μυθολογικό μητρώο του Οιδίποδα είναι, εμμέσως ή αμέσως, πασίγνωστο. Τα πρωιμότερα ίχνη του αναγνωρίζονται ήδη στην ομηρική Οδύσσεια, ειδικότερα στον κατάλογο των ηρωίδων που μεσολαβεί ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο μέρος της Νέκυιας: όπου εξονομάζονται ο Οιδίπους και η Επικάστη ως ζεύγος ερωτικής ένωσης μάνας και γιου, η οποία τελικώς αποκαλύπτεται από τους θεούς και γίνεται εφεξής διαβόητη. Στο πλαίσιο του μεταγενέστερου επικού κύκλου σώθηκαν, περισσότερο ως τίτλοι, η Οιδιπόδεια και η Θηβαΐς, ενώ στη συγκρότηση του μύθου φαίνεται πως έπαιξε καθοριστικό ρόλο ο Στησίχορος. Στα σωζόμενα πάντως δράματα των τριών τραγικών εξέχουν ως ομόθεμα: οι Επτά επί Θήβας του Αισχύλου, η Αντιγόνη, ο Οιδίπους Τύραννος και ο Οιδίπους επί Κολωνώ του Σοφοκλή και οι Φοίνισσες του Ευριπίδη. Εδώ ενδιαφέρουν κυρίως οι δύο ακραίες σοφόκλειες τραγωδίες: ο Οιδίπους Τύραννος και ο Οιδίπους επί Κολωνώ.
΄Οπου το ξενικό μητρώο του Οιδίποδα, διασταυρώνεται με το μυθολογικό μητρώο του σε όλα σχεδόν τα κομβικά σημεία. Μετακινείται και αυτό, όπως εκείνο, από τη Θήβα στην Κόρινθο, από την Κόρινθο στη Θήβα, και από τη Θήβα στον Κολωνό της Αττικής, με ενδιάμεσο και καθοριστικό σταθμό τους Δελφούς. Οι εναλλασσόμενοι εξάλλου τρεις τόποι, που ξενίζουν, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, τον μοιραίο ήρωα, αντιστοιχούν στη βρεφική έως νεανική ηλικία του (Κόρινθος), στην ακμαία ηλικία (Θήβα), και στην όψιμη γεροντική ηλικία (Αττική). Τα κύρια, τέλος, πρόσωπα του δράματος παραμένουν τα ίδια τόσο στο μυθολογικό όσο και στο ξενικό μητρώο του Οιδίποδα: ο Λάιος και η Ιοκάστη στη Θήβα, ο Πόλυβος και η Μερόπη στην Κόρινθο, η Αντιγόνη και ο Θησέας, η Ισμήνη και ο Πολυνείκης στον Κολωνό.
Σωσίβια αποδείχνεται και ανομολόγητη η πρώτη ξενία του Οιδίποδα στην Κόρινθο από τον Πόλυβο και τη Μερόπη. Σωσιθάνατη η τελευταία φιλοξενία του γέροντα Οιδίποδα στον αττικό Κολωνό από τον Θησέα. Ένθερμη στην αρχή αλλά αποτρόπαιη στο τέλος η μεσαία ξενία του ήρωα στη Θήβα. Και στους τρεις πάντως αυτούς σταθμούς το θέμα του φόνου επισκιάζει την μετακινούμενη και εξελισσόμενη ξενία. Συγκεκριμένα:
Δυσοίωνος δελφικός χρησμός στον Λάιο καθιστά εξαρχής ανεπιθύμητη τη γέννηση παιδιού. Μόλις παρά ταύτα το παιδί γεννιέται, σκηνοθετείται από τον πατέρα του ο θάνατός του, ο οποίος αποτρέπεται χάρη στην ευσπλαχνία δύο βοσκών: εκείνου που πήρε τη θανάσιμη εντολή, αλλά τελικώς την αθέτησε, και του άλλου που συμμάζεψε το έκθετο βρέφος και το μετέφερε στο βασιλικό παλάτι της Κορίνθου. ΄Οπου σώζεται, ξενίζεται και ανατρέφεται, αγνοώντας πως ο Πόλυβος και η Μερόπη δεν είναι οι πραγματικοί γονείς του. Όταν κατά τύχη η φήμη αυτή φτάνει στα αυτιά του, προσφεύγει στους Δελφούς, για να ξεκαθαρίσει την εγκυρότητά της. Εκεί παίρνει αινιγματικό χρησμό που τον προειδοποιεί πως θα σκοτώσει τον πατέρα του. Οπότε εγκαταλείπει κάθε ιδέα επιστροφής στη φιλόξενη Κόρινθο, τραβώντας τώρα για τη Θήβα. Μέχρι στιγμής το θέμα του φόνου αιωρείται: την πρώτη φορά ως ανεκπλήρωτη πρόθεση· τη δεύτερη ως επικείμενη μοίρα. Την πρώτη φορά ως εντελλόμενο πάθος τη δεύτερη ως μελλοντικό ενέργημα.
Στο μεταξύ, οδεύοντας ο Οιδίπους προς Θήβα, πέφτει απάνω στον Λάιο και φιλονικώντας μαζί του τον σκοτώνει, χωρίς να ξέρει πως είναι ο πραγματικός του πατέρας. ΄Ετσι μοιράζονται τον φόνο μεταξύ τους γιος και πατέρας: ο πρώτος ως ανεκτέλεστη εκούσια παιδοκτονία· ο δεύτερος ως εκτελεσμένη ακούσια πατροκτονία.
Στη Θήβα εισέρχεται ο Οιδίπους ως εύφημος ξένος, ύστερα από την εξόντωση της Σφίγγας με τη λύση του ανθρωπογνωστικού της αινίγματος. Η ξενία του μεταφράζεται τώρα σε προσφορά της τυραννικής αρχής και σε γάμο με τη βασίλισσα Ιοκάστη, από όπου γεννιούνται δύο ζεύγη παιδιών. Όλα αυτά εν αγνοία του ήρωα για την πραγματική του ταυτότητα. Που όταν αποκαλύπτεται, οδηγεί στην αυτοκτονία της μάνας-γυναίκας, στην αυτοτύφλωση, και στην αυτοεξορία του Οιδίποδα, που θα τον φέρει στον Κολωνό της Αττικής, συνοδευμένο από την Αντιγόνη.
Αποξενωμένος για δεύτερη τώρα φορά ο Οιδίπους από τη γενέθλια Θήβα, αναζητεί φιλόξενο τόπο τελευτής και ταφής του, σύμφωνα πάλι με χρησμό του Απόλλωνα, στον Κολωνό της Αττικής, στο ιερό άλσος των Ευμενίδων, το οποίο εν αγνοία του ο τυφλός ξένος καταπατεί, γεγονός που επιβάλλει πράξη καθαρμού και εξιλέωσης. Πρόθυμος ξενιστής του μοιραίου ήρωα αναδεικνύεται εδώ ο βασιλιάς της Αθήνας Θησέας, που γίνεται και ο μοναδικός μάρτυρας του εμβρόντητου τέλους του: η γη ανοίγει και υποδέχεται στο χάσμα της τον Οιδίποδα.
Κάπου εδώ κλείνει ο κύκλος του ξενικού του μητρώου, στο εσωτερικό του οποίου αναγνωρίζονται όλα σχεδόν τα συμπληρωματικά θέματα και μοτίβα μιας παράξενης ξενίας και αποξένωσης. ΄Επονται συνοπτικά σχόλια για τις συμπτώσεις και τις διαφορές ανάμεσα στους δύο ξενικούς μας ήρωες.

V.
Και στις δύο περιπτώσεις το θέμα της ξενίας μοιράζεται εντός και εκτός του γενέθλιου χώρου, που είναι για τον Οδυσσέα η Ιθάκη, για τον Οιδίποδα η Θήβα. Οι εκτός χώροι στην περίπτωση του Οδυσσέα αναγνωρίζονται σε τέσσερα νησιά: του Αιόλου, της Κίρκης, της Καλυψώς, της Ναυσικάς. Στην περίπτωση του Οιδίποδα σε δύο πόλεις: στην Κόρινθο και στην Αθήνα.
Και στις δύο περιπτώσεις η περιφερειακή ξενία είναι γνήσια, η κεντρική αποβαίνει πλαστή· η περιφερειακή ξενία είναι εξαρχής θετική ή εξελίσσεται σε θετική· η κεντρική αποδείχνεται από προβληματική (Ιθάκη) έως αδιέξοδη (Θήβα).
Στην οδυσσειακή ξενία γνησιότητα και πλαστότητα εναλλάσσονται καθ’ οδόν και εντέλει συμπίπτουν σε αίσιο τέλος. Αντίθετα, η ξενία του Οιδίποδα στιγματίζεται από ανεξίτηλα πάθη (αιμομειξία, τύφλωση, αυτοκτονία, εξορία,), τα οποία δεν αίρονται ούτε στην εξοδική ξενία του Κολωνού. Ακόμη και η θεόπεμπτη τελευτή του μοιραίου ήρωα δεν συνεπάγεται την απόσβεσή τους, τουλάχιστον για τους απογόνους: αδελφοκτόνοι προβλέπονται ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης, ο θάνατος του οποίου αποφέρει τον θάνατο και της Αντιγόνης.
Τα προηγούμενα πάθη του ξενιζόμενου Οδυσσέα στη Σχερία μεταφράζονται σε συναρπαστικούς Απολόγους, μέσα από τους οποίους τελικώς αναδεικνύεται η θαυμαστή αφηγηματική ικανότητα του ήρωα, που τον καθιστά είδωλο του ποιητή. Τα θηβαϊκά πάθη του ξενικού Οιδίποδα είναι τόσο φριχτά που δεν λέγονται· όταν στον Οιδίποδα επί Κολωνώ ο Χορός επιμένει να τα ακούσει από το στόμα του σακατεμένου ήρωα, ο τυφλός ξένος αντιδρά βίαια, και μόνο υπό πίεση ομολογεί τη μοίρα του με σπαραγμένες και σπαρακτικές λέξεις.
Η σωματική παραμόρφωση του Οδυσσέα ελέγχεται τελικώς προσωρινή. Αυτό ισχύει τόσο στην ανοιχτή περιπέτεια του εξωτερικού νόστου όσο και στον απειλητικό κλοιό  του εσωτερικού νόστου. Η σωματική εξαγρίωση λόγου χάριν του ήρωα από το συντριπτικό του ναυάγιο στην πέμπτη ραψωδία, καταλήγει γρήγορα στον γοητευτικό του εξωραϊσμό από την Αθηνά, που αφήνει έκθαμβη τη Ναυσικά. Αλλά και η ιθακήσια παραμόρφωσή του, από την Αθηνά πάλι, σε ρακένδυτο και καραφλό επαίτη, εξαφανίζεται, μόλις ο ήρωας πετά τα κουρέλια από πάνω του και επιδίδεται στη μνηστηροφονία με το διάσημο τόξο του.
Αντίθετα η σωματική εξαθλίωση του τυφλού Οιδίποδα παραμένει ανυποχώρητη. Την περιγράφει o ίδιος με τρόπο συνταρακτικό στην προλογική προσευχή του στις Σεμνές. Παραθέτω τους οικείους στίχους σε δική μου μετάφραση:

Αλλά θεές, το πέρας και το πέρασμα
που ο Απόλλωνας προφήτηψε, χαρίσετε σ’ εμένα −μια τέτοια
τελευτή. Εκτός κι αν κάπως φαίνομαι λειψός,
υπόδουλος εγώ σε βάσανα ανυπέρβλητα για τους βροτούς.
Ελάτε τώρα, μειλίχιες κόρες του αρχαίου Σκότου, […]
σπλαχνιστείτε αυτή την άθλια σκιά / του Οιδίποδα,
γιατί δεν είμαι πια εκείνο το παλιό γερό σκαρί.

Κι όταν λίγο πιο λίγο πιο κάτω αντικρίζει ο χορός τον διαβόητο ήρωα, φωνάζει με φρίκη:

φριχτός αλίμονο να βλέπεσαι
φριχτός αλίμονο να ακούγεσαι.

Μίλησα για δυο παράξενους ξένους, που μοιάζουν και δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Ο ένας, ο Οδυσσέας, τα βγάζει πέρα με τα βάσανά του. Στην Ιθάκη υποδύεται τον ξένο, για να επιζήσει και να εκδικηθεί, όσους τον επιβουλεύτηκαν στα χρόνια της απουσίας του. Γενικότερα, ξέρει να μιλά και να πολιτεύεται. Ο άλλος έχει οριστικά σακατευτεί και η έσχατη ξενία του στον Κολωνό απολήγει στο αποφασισμένο ξόδι του. Από μωρό σημαδεμένος γίνεται άντρας με χαμένη την προσωπική του ταυτότητα: ξένος στο σπίτι του και δικός στα ξένα, βαδίζει τυφλός με ένα ραβδί στο χέρι από τη γνώση στην αυτογνωσία. Κάτι ήξερε η Σφίγγα.
 (Ιούνιος 2009)

Αναδημοσίευση από το ηλ. περιοδικό "Ο αναγνώστης", 29 Μαΐου 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου