Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
Tο σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

ΟΥΡΑΝΟΠΕΤΡΑ



Η παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του
ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΛΠΟΥΖΟΥ με τίτλο "ΟΥΡΑΝΟΠΕΤΡΑ"


του Πέτρου Πιτσιάκκα 
Φιλολόγου, Δ/ντού του 3ου Γυμνασίου Ναυπάκτου

(στο Βιβλιοπωλείο Αντάζιο ΙΙ - Ναύπακτος,17 / 6 / 2013)
 
Ο Καλπούζος, με τα έργα του «Ιμαρέτ» και «Άγιοι και δαίμονες»  κατατάσσεται στους άριστους τεχνίτες του ιστορικού μυθιστορήματος. Αυτό επιβεβαιώνεται και με το τελευταίο του έργο, την «Ουρανόπετρα» (Η δωδέκατη γενιά) όπου, με επίκεντρο τις περιπέτειες του Λευκαρίτη Αδάμου Χριστοφή και του φυλακτού του, παρακολουθούμε ένα χρονικό της ιστορίας της Κύπρου από το 1878-1917. Τότε που τα «σπίτια [ήταν] κτισμένα με πλιθάρια, με χωμάτινα δώματα κι άλλα με κεραμιδένιες στέγες, πολλά με κληματαριές στις αυλές τους, κι όλα με πλήθος λουλούδια σε γλάστρες και παρτέρια».
Η πλοκή διαδραματίζεται κυρίως στη Λάρνακα, όμως ο ήρωας του μυθιστορήματος ταξιδεύει και στο υπόλοιπο νησί. Ο συγγραφέας καταφέρνει να πλάσει με αριστουργηματικό τρόπο ένα λογοτεχνικό έργο µε φόντο πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Μέσα από το μικρό και το μεγάλο χρονικό, ο αναγνώστης παρακολουθεί την ακριβή ανασύσταση δυο χρονικών περιόδων με επίκεντρο τη μεγαλόνησο.
Στο μικρό χρονικό οι Οθωμανοί, στα 1570, συγκρούονται με τους Ενετούς, στην προσπάθεια τους να καταλάβουν το νησί. Η Ιστορία διαπλέκεται με τη μυθοπλασία, καθώς ο κεντρικός ήρωας, ο πάροικος Γερόλεμος, δέσμιος σε ένα θρύλο της εποχής, αναζητά το θησαυρό που είναι κρυμμένος στο «Ζωνάριν της Αγίας Ελένης», δηλαδή στο τέλος του Ουράνιου Τόξου. Ο μεταλλικός σβώλος που ανακαλύπτει, η ουρανόπετρα, έχει μαγικές αλεξίκακες ιδιότητες και αποτελεί τον πυρήνα της εξέλιξης ενός γοητευτικού πρωτότυπου μύθου, στημένου με αφηγηματική επιδεξιότητα και μια δεινή ευελιξία συνεχούς μετατόπισης από το μυθικό στο ιστορικό στοιχείο και αντίστροφα. Σ’ αυτό το μικρό χρονικό, ο Καλπούζος καθοδηγεί τον αναγνώστη στην παρακολούθηση πλήθους γεγονότων (κατάληψη  Λευκωσίας και Αμμοχώστου)  από το 1570 έως το 1572. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ανασυνθέτει την κοινωνία της εποχής μέσα από τα δεινά της φεουδαρχίας και την καταπάτηση κάθε στοιχειώδους αξιοπρέπειας, μέσα από συνήθειες, κουβέντες, ήθη και έθιμα, τα οποία αναπαριστώνται με εξαιρετική ακρίβεια, δίνοντας στον αναγνώστη την ευκαιρία να νιώσει μέρος του σκηνικού αυτού, να συμμετάσχει δίπλα στους ήρωες, να αφουγκραστεί τις ανησυχίες τους και να βιώσει τον πόνο τους.

Το Μεγάλο χρονικό μας εισάγει στην εποχή της αγγλοκρατίας. Βρισκόμαστε στα 1892 και αυτή τη φορά ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας είναι ο Αδάμος. Ο Αδάμος Χριστοφή, που, αφού θα βιώσει τις τραγικές συνθήκες της καθημερινότητας των αγροτών (σημειώνουμε μιαν εξαιρετικής ακρίβειας περιγραφή της συλλογής της ακρίδας) και τα δεινά της τοκογλυφίας και της άτεγκτης αποικιακής φοροεισπρακτικής πρακτικής, θα αναγκαστεί να αναζητήσει την τύχη του στη Λάρνακα. Εκεί, θα μπλεχθεί σε πολλές περιπέτειες, θα αλλάξει διάφορα επαγγέλματα, θα μαυροπινακιστεί από την Αστυνομία, θα δει την οικογενειακή του περιουσία να μεταβιβάζεται στον τοπικό τοκογλύφο, θα βιώσει την κοινωνική ανισότητα και την αδικία, θα αγαπήσει και θα ερωτευθεί. Στους πολέμους του 1897 και του 1912-1913 ο Αδάμος στρατεύεται εθελοντικά. Παίρνει μέρος στη μάχη του Βελεστίνου με τον Σμολένσκη και τους άλλους Κυπρίους εθελοντές, ενώ επανέρχεται στην Ελλάδα το 1912 «για να ξεπλύνει τη μουτζούρα του 97», πολεμά στο Μπιζάνι και μπαίνει ελευθερωτής στα Γιάννενα. Γνωρίζει τα συναισθήματα της ήττας, της απώλειας συντρόφων στη μάχη, της χαράς των «υποδούλων ελευθερωτών», της ψυχικής κούρασης του πολεμιστή.
Οι περιγραφές του Καλπούζου έχουν τη διαύγεια του λυρισμού και γίνονται φωτογραφικές απεικονίσεις. 
Περπατάμε μαζί με τον Αδάμο ανάμεσα σε πλινθόκτιστα σπίτια και αρχοντικά, βλέπουμε πορνεία και καφενέδες, εργάτες και πεινασμένα παιδιά, συμμορίες και καβγάδες.
Παρακολουθούμε χοροεσπερίδες, αποκριάτικες συνήθειες, καβγάδες σε κακόφημα στέκια, τοκογλύφους και παλικαράδες της εποχής, αγρότες και ποιητάρηδες, μαντινάδες, φοροεισπράκτορες, συλλαλητήρια για την κατάργηση του φόρου υποτέλειας, διαμάχες για την ανάδειξη αρχιεπισκόπου, τις σχέσεις με τους Τούρκους της Κύπρου και τις συγκρούσεις μ’ αυτούς, τους εξισλαμισμούς και τον κρυπτοχριστιανισμό.
Βλέπουμε ανθρώπινες σχέσεις να δοκιμάζονται, φιλίες που αντέχουν στο χρόνο, σχέσεις ερωτικές, μια και ο έρωτας κυριαρχεί στο κείμενο. Μέσα από τον Αδάμο και την ιστορία του συνυφαίνονται οι ιστορίες δώδεκα γενεών, με συνδετικό ιστό το εύρημα της ουρανόπετρας, που όταν ενωθεί αποκαλύπτονται όλα.
Στο βιβλίο έχουν μικρή ή μεγαλύτερη παρουσία προσωπικότητες της κυπριακής ιστορίας ή της Λάρνακας όπως ο Φίλιος Ζαννέτος, ο Δημήτρης Λιπέρτης, ο Βασίλης Μιχαηλίδης,ο Μιχαήλ Βολονάκης, ο Ιερώνυμος Βαρλαάμ, ο Κλεόβουλος Μεσολογγίτης, κ.ά.

Η πολιτική και η διπλωματία, που καθόρισαν τις καταστάσεις της εποχής, είναι φυσικό να περνούν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Μέσα από την καθημερινή ζωή παρακολουθούμε μια κοινωνία να μάχεται για την επιβίωση καθώς οι Άγγλοι που πήραν την Κύπρο από τους Οθωμανούς το 1878, εφαρμόζουν την τεχνική του διαίρει και βασίλευε ώστε να μπορούν να ελέγχουν την κατάσταση.
Εξαιρετικό συγγραφικό εύρημα αποτελεί η περιγραφή των γραφικών καφενέδων που λειτουργούσαν ως μετερίζια πολιτικού και κοινωνικού προβληματισμού με την ανάγνωση των εφημερίδων από τους εγγράμματους στους αγράμματους θαμώνες ώστε οι ήρωες να έρχονται σε επαφή με όλα τα σημαίνοντα γεγονότα εκείνης της εποχής. Η αναπαράσταση δε του γλωσσικού ιδιώματος των ηρώων αποδεικνύει τη μέριμνα του συγγραφέα για τη γλωσσική αυθεντικότητα του έργου του. Οι ήρωες του είναι ζωντανοί, φορείς μιας αλήθειας που δεν συναντιέται μέσα στις στεγνές από ανθρωπιά αράδες της επίσημης ιστορίας.
Ο συγγραφέας, πέρα από την ιστορική πραγματικότητα, καταπιάνεται επίσης με τη φιλοπατρία, το δίκαιο, την αξιοπρέπεια, την αλαζονεία, τη σχέση με τους προγόνους, τον πατριωτισμό και την πατριδοκαπηλεία, την αυτογνωσία, την εξουσία, την εσωτερική καλλιέργεια και την αδελφοσύνη, τη χάραξη προσωπικής πορείας μέσα στο χρόνο, την κοινωνική περιθωριοποίηση και τη δικαιοσύνη για να δείξει τελικά αυτό που ο ίδιος επισημαίνει: "Όπου πατώ είναι δικός μου δρόμος" που είναι και η κεντρική ιδέα του βιβλίου.

Το πόνημα του Καλπούζου με επίκεντρο την Κύπρο ήρθε ίσως την πιο κατάλληλη στιγμή για να τονώσει το εθνικό αίσθημα της Μεγαλονήσου, την ώρα ακριβώς που χρειάζεται να νιώσουμε όσο ποτέ «ότι όπου πατάμε είναι δικός μας δρόμος». Μέσα από τις σελίδες του συνειδητοποιούμε ότι τα όνειρα και οι ελπίδες των προπατόρων μας γίνονται γέφυρα με το σήμερα και πως «λησμονώντας το χθες αποκοβόμαστε απ’ τη ρίζα μας κι αντί για δεντρί είμαστε κισσός που ψάχνει αλλού στηρίγματα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου