Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
Tο σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ (1919- 1922)- ΣΥΝΤΟΜΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΑΟΥΣΗ - Η Εισήγησή του στην παρουσίαση του έργου του Γ.Αθάνα "Εκστρατεία Σαγγαρείου: ένας δημοσιογραφικός αίνος και θρήνος"

 ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
 (1919- 1922)
                                  ΣΥΝΤΟΜΟ ΧΡΟΝΙΚΟ
του Βασίλη Τσαούση

Από την απόβαση του 1919 έως τις αρχές του 1921

Τα όπλα του Μεγάλου Πολέμου σίγησαν στις 11 Νοεμβρίου  1918, με την συνθηκολόγηση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Δύο μήνες αργότερα, στις 18 Ιανουαρίου 1919 ξεκίνησε στο Παρίσι η Διάσκεψη της Ειρήνης για τη διευθέτηση του μεταπολεμικού κόσμου. Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Ελευθέριος Βενιζέλος, είχε ήδη συντάξει υπόμνημα με τις ελληνικές διεκδικήσεις. Μεταξύ αυτών ήταν και εδάφη στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Συγκεκριμένα διεκδικούσε μια περιοχή που οριζόταν από τη γραμμή που ξεκινάει προς βορρά απέναντι από την Τένεδο και προς νότο απέναντι από το Καστελλόριζο. Μέσα σε κατάσταση ρευστότητας και ενδοσυμμαχικών διενέξεων, δόθηκε η άδεια για την παρουσία ελληνικών δυνάμεων στη Δυτική Μικρά Ασία. Στις 15 Μαΐου 1919 ο ελληνικός στρατός συνοδευόμενος από τέσσερα ελληνικά και τρία αγγλικά αντιτορπιλικά αποβιβαζόταν στη Σμύρνη μέσα σε ατμόσφαιρα εθνικού ενθουσιασμού, γι’ αυτό που φαινόταν ως αρχή υλοποίησης της Μεγάλης ιδέας. Η μεγάλη περιπέτεια ξεκινούσε.

Από την πρώτη ημέρα, όμως, της ελληνικής παρουσίας στη Σμύρνη σημειώθηκαν αιματηρές συγκρούσεις και πράξεις αντεκδίκησης, προκαλώντας αλγεινή εντύπωση στους συμμάχους και προβληματισμό στην ελληνική πολιτική ηγεσία. Παράλληλα, ο τουρκικός στρατός στη Σμύρνη- περίπου 2000 πεζοί και 150 ιππείς- εγκατέλειψε τους στρατώνες και κατέφυγε στην ύπαιθρο, όπου άρχισε να οργανώνεται συσπειρώνοντας γύρω του τα υπολείμματα της τουρκικής χωροφυλακής και αρκετούς ένοπλους αγρότες. Τα ελληνικά στρατεύματα προέλασαν ανατολικά και βόρεια, επεκτείνοντας τη ζώνη κατοχής σε σημαντικές πόλεις, όπως το Αϊδίνι, η Μαγνησία, η Πέργαμος, το Αϊβαλί.

Ο Τούρκος στρατηγός Μουσταφά Κεμάλ, στέλεχος των Νεότουρκων και αρχηγός ενός επικίνδυνα διογκούμενου εθνικού κινήματος, οργάνωνε ένοπλα σώματα, ορίζοντας ως έδρα της επαναστατικής του κυβέρνησης την Άγκυρα και ακολουθώντας τακτική ανταρτοπόλεμου απέναντι στον τακτικό ελληνικό στρατό. Ο ελληνικός στρατός καταδίωκε τις ομάδες των Τούρκων άτακτων και εκτός της κατεχόμενης ζώνης, μετά από άδεια των Συμμάχων που κατόρθωσε να πάρει ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Η ελληνική στρατιωτική παρουσία στη Μικρά Ασία ενισχυόταν διαρκώς, ενώ το Φεβρουάριο του 1920 ορίστηκε γενικός διοικητής του ελληνικού στρατού Μικράς Ασίας ο στρατηγός Λεωνίδας Παρασκευόπουλος και το Γενικό Στρατηγείο μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλονίκη στη Σμύρνη.

Η δυναμική, ωστόσο, των τούρκων εθνικιστών άρχισε σταδιακά να αλλάζει τα δεδομένα. Ανήσυχος ο Βενιζέλος προσπαθούσε να πείσει τους συμμάχους για την ανάγκη να συντριβεί το κίνημα του Κεμάλ, συνειδητοποιώντας ότι η Ελλάδα μόνη της δεν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα και ότι υπήρχε κίνδυνος αφανισμού των χριστιανών της Μικράς Ασίας. Τα γεγονότα δεν θα τον διαψεύσουν. Τον Μάρτιο του 1920 οι Γάλλοι υφίστανται σοβαρή ήττα στην Κιλικία από τις τουρκικές εθνικιστικές δυνάμεις, οι οποίες σφαγιάζουν μερικές χιλιάδες Αρμενίων. Λίγους μήνες αργότερα τούρκοι εθνικιστές επιτίθενται εναντίον βρετανικού τάγματος στην Νικομήδεια. Οι Σύμμαχοι αντιλαμβάνονται ότι τα μόνα διαθέσιμα στρατεύματα είναι τα ελληνικά και στις 20 Ιουνίου 1920 επιτρέπουν την προέλασή τους. Ξεκινώντας από τη Σμύρνη ο ελληνικός στρατός, κατόρθωσε να καταλάβει την Φιλαδέλφεια, την Πάνορμο και την Προύσα. Στις 26 Ιουλίου τα ελληνικά στρατεύματα μπήκαν στην Αδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης, ενώ στην Μικρά Ασία καταλαμβάνεται η στρατηγικής σημασίας πόλη Ουσάκ.

Στις θέσεις αυτές βρίσκει τα ελληνικά στρατεύματα η υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920. Τα ηπειρωτικά σύνορα της Ελλάδας θα έφταναν έως την Τσατάλτζα στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης. Αναγνωριζόταν η ελληνική κυριαρχία τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, με την προσθήκη της Ίμβρου και της Τενέδου, ενώ η περιοχή της Σμύρνης παρέμενε κάτω από οθωμανική κυριαρχία, αλλά η άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων μεταβιβαζόταν στην ελληνική κυβέρνηση, για μια περίοδο πέντε ετών, μετά το πέρας της οποίας οι κάτοικοί της θα αποφάσιζαν με δημοψήφισμα αν θα επιθυμούσαν την προσάρτηση ή όχι της περιοχής στην Ελλάδα. Με άλλες συναφείς Διεθνείς Πράξεις παραχωρούνταν στην Ελλάδα η Δυτική Θράκη, ενώ προβλεπόταν η παραχώρηση των Δωδεκανήσων πλην της Ρόδου. Η Μεγάλη Ελλάδα των Δύο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών γινόταν πραγματικότητα.

 Σίγουρος ο πρωθυπουργός για μια νέα εκλογική επιτυχία, που θα του εξασφάλιζε ο μέγιστος εθνικός θρίαμβος, προκήρυξε εκλογές για την 1η Νοεμβρίου.  Ο χάρτης της Ελλάδας των «δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» αποτελούσε το βασικό προεκλογικό υλικό των Φιλελευθέρων. Αλλά η αντιβενιζελική παράταξη, προβάλλοντας έναν εσωστρεφή πατριωτισμό σε ένα σημαντικό μέρος των Ελλήνων κουρασμένο από τους συνεχείς πολέμους, κατόρθωσε να αποσπάσει την πλειοψηφία των εδρών στο νέο κοινοβούλιο. 

Το αποτέλεσμα των εκλογών είχε άμεσο αντίκτυπο στη Συνθήκη των Σεβρών. Οι κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας προειδοποιούσαν ότι δεν θα επικύρωναν τη Συνθήκη, εάν ο Κωνσταντίνος επέστρεφε στον ελληνικό θρόνο. Η νέα κυβέρνηση στην Αθήνα θα διενεργήσει το δημοψήφισμα για την επάνοδο του βασιλιά στα τέλη Νοεμβρίου. Ο Κωνσταντίνος θα επιστρέψει θριαμβευτικά και αυτό θα δώσει το πρόσχημα για τη μεταστροφή της πολιτικής των Συμμάχων απέναντι στην Ελλάδα.

Αλλά η βασική αιτία διαφοροποίησης ανάμεσα στους Συμμάχους δεν ήταν άλλη από την ραγδαία άνοδο του κεμαλικού εθνικισμού και τα νέα δεδομένα που αυτός δημιουργούσε για τα ζωτικά συμφέροντά τους στην περιοχή της Εγγύς Ανατολής. Οι Ιταλοί ήταν εξαρχής αντίθετοι στην ελληνική στρατιωτική παρουσία στη Μικρά Ασία. Οι Γάλλοι, έχοντας κυρίως οικονομικά συμφέροντα και βλέποντας ότι ο ελληνικό στρατός δεν ήταν σε θέση μόνος του να αντιμετωπίσει το κεμαλικό κίνημα, άρχισαν να προσανατολίζονται σε πολιτική λύση του ζητήματος. Η προοπτική μάλιστα σύγκλισης της Σοβιετικής Ένωσης με το κεμαλικό καθεστώς αποτελούσε έναν ακόμη  παράγοντα που ωθούσε σε αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών.

Η νέα ελληνική κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη χειρίστηκε το Μικρασιατικό Ζήτημα σαν να είχε ως μόνη επιλογή τη συνέχιση και κλιμάκωση των επιχειρήσεων. Στη στρατιωτική ιεραρχία προωθήθηκαν ευνοούμενοι του βασιλιά, όπως ο φιλομοναρχικός στρατηγός Αναστάσιος Παπούλας που αντικατέστησε τον Λεωνίδα Παρασκευόπουλο. Ο Κωνσταντίνος απέκτησε τον πλήρη έλεγχο των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, που αποστολή τους πια έγινε να νικήσουν τον στρατό του Κεμάλ. Μέχρι και το Δεκέμβριο του 1920 οι επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού ήταν επιτυχείς, αλλά αυτός δεν μπόρεσε τελικά να προελάσει πέρα από τις γραμμές Προύσα- Εσκί Σεχίρ και Ουσάκ- Αφιόν Καραχισάρ. Στο μέτωπο της διπλωματίας, δύο συμμαχικές συνδιασκέψεις, στο Λονδίνο στις 18 Μαρτίου 1921 και στο Παρίσι τον Ιούνιο του ίδιου έτους, απέτυχαν να δώσουν πολιτική λύση στο ζήτημα, ενώ η ελληνική πλευρά προετοίμαζε τη μεγάλη θερινή επίθεση προς την Άγκυρα.

Τα αδιέξοδα και το τέλος.
Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος συνοδευόμενος από τους πρίγκιπες Παύλο, Νικόλαο και Ανδρέα, τον πρωθυπουργό Δημήτριο Γούναρη και τον υπουργό στρατιωτικών Νικόλαο Θεοτόκη ξεκίνησε για τη Σμύρνη στις 29 Μαΐου, ημερομηνία συμβολική και αμφίσημη, για να τεθεί επικεφαλής του ελληνικού στρατού. Ως στρατηγικοί στόχοι ορίστηκαν η κατάληψη της γραμμής Εσκί- Σεχίρ- Αφιόν Καραχισάρ, η κατάληψη της Άγκυρας και η καταστροφή του κύριου όγκου του κεμαλικού στρατού. Η επιχείρηση ξεκίνησε στις 25 Ιουνίου και βασίσθηκε στην ταχύτητα των μετακινήσεων και στη συντονισμένη δράση του Α’ και Γ’ Σώματος Στρατού. Σε λιγότερο από δύο εβδομάδες ο ελληνικός στρατός κατέλαβε σχετικά εύκολα τη γραμμή Εσκί- Σεχίρ- Αφιόν Καραχισάρ. Επειδή, όμως, δεν επιτεύχθηκε ο δεύτερος στόχος, που ήταν η καταστροφή του κεμαλικού στρατού, αποφασίστηκε να συνεχιστεί η προέλαση προς την Άγκυρα. Παρά τις αντιρρήσεις που προέβαλαν έμπειροι επιτελείς, το σύνολο του ελληνικού στρατού κάλυψε τα 250 χιλιόμετρα που το χώριζαν από την Άγκυρα. Προελαύνοντας μέσα από το αραιοκατοικημένο οροπέδιο της Αλμυράς Ερήμου και αντιμετωπίζοντας ελάχιστη αντίσταση, έφθασε στις όχθες του Σαγγάριου ποταμού, 50 χιλιόμετρα πριν την Άγκυρα.

Στην κρίσιμη μάχη του Σαγγάριου αντιπαρατάχθηκαν τρία σώματα στρατού και μια ταξιαρχία ιππικού του ελληνικού στρατού συνολικής δύναμης 80.000 ανδρών, με 17 μεραρχίες πεζικού και 5 ιππικού του κεμαλικού στρατού, συνολικής δύναμης 72.000 ανδρών. Η «μεγαλυτέρα μάχη της νεωτέρας ελληνικής ιστορίας», όπως τη χαρακτήρισε ο Γεώργιος Αθανασιάδης- Νόβας, ο οποίος ακολούθησε τον ελληνικό στρατό στις επιχειρήσεις του Σαγγάριου ως πολεμικός ανταποκριτής των αθηναϊκών εφημερίδων «Πολιτεία» και «Αθηναϊκή» καθώς και της Σμυρναϊκής εφημερίδας «Θάρρος», θα διαρκούσε από τις 10 έως τις 29 Αυγούστου 1921.  Μπροστά στη ισχυρή τουρκική αντίσταση ο ελληνικός στρατός, χωρίς να ηττηθεί, αναγκάστηκε να καθηλωθεί και, λίγο αργότερα, να συμπτυχτεί στην προηγούμενη γραμμή Εσκί- Σεχίρ – Αφιόν- Καραχισάρ, για να μην αποκοπεί από τη γραμμή ανεφοδιασμού του. Οι δύο στόχοι, η κατάληψη της Άγκυρας και η συντριβή του κεμαλικού στρατού, δεν επιτεύχθηκαν. Το στρατιωτικό αδιέξοδο ήταν πλήρες και μόνο η διπλωματία θα μπορούσε να προσφέρει την όποια λύση.

Αλλά και στο πεδίο αυτό οι εξελίξεις δεν ευνόησαν την ελληνική πλευρά. Στις 20 Οκτωβρίου 1921 οι Γάλλοι υπογράφουν με τον Κεμάλ τη Συμφωνία της Άγκυρας, με την οποία ρυθμίζονταν οι λεπτομέρειες της οριστικής αποχώρησης των Γάλλων από την Κιλικία και αναγνωριζόταν η κυβέρνηση του Κεμάλ ως η μόνη νόμιμη κυβέρνηση της Τουρκίας. Οι προσπάθειες του έλληνα πρωθυπουργού Δημήτριου Γούναρη στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, από τον Οκτώβριο έως τον Μάρτιο του 1922, χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα, επιβεβαιώνουν το αδιέξοδο. Η Διασυμμαχική Συνδιάσκεψη, που συνήλθε στο Παρίσι τον Μάρτιο του 1922, υιοθέτησε πολύ σκληρούς για την
Ελλάδα όρους, οι οποίοι, όμως, απορρίφθηκαν πρώτα από την κεμαλική πλευρά, που ζητούσε την άμεση αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από τη μικρά Ασία.

Στην Αθήνα, εν μέσω οξύτατων οικονομικών προβλημάτων και διογκούμενης δυσαρέσκειας, η κυβέρνηση Γούναρη παραδίδει την εξουσία τον Μάιο του 1921 στον Νικόλαο Στράτο και έπειτα στον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη. Εν μέσω αντιδράσεων, η αρχηγία της Στρατιάς Μικράς Ασίας ανατίθεται στον αρχιστράτηγο Γεώργιο Χατζηανέστη. Στη Σμύρνη η οργάνωση «Μικρασιατική Άμυνα», από επιφανείς παράγοντες της πόλεις, αποτυγχάνει να υλοποιήσει το σχέδιο για τη δημιουργία αυτόνομου «Μικρασιατικού Κράτους» υπό την υψηλή επικυριαρχία του σουλτάνου. Η δήλωση της ελληνικής κυβέρνησης ότι θα προχωρήσει στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης δεν πείθει τους συμμάχους. Όλα πια οδηγούν στο μοιραίο τέλος.

Στις 13 Αυγούστου 1922 εκδηλώθηκε η τουρκική επίθεση στις θέσεις Αφιόν-Καραχισάρ και Τουλού Μπουνάρ. Μέσα σε μία ημέρα τα στρατεύματα του Κεμάλ πέτυχαν να διασπάσουν την ελληνική αμυντική γραμμή. Ο ελληνικός στρατός τράπηκε σε άτακτη γενική υποχώρηση. Ολόκληρα τάγματα και συντάγματα συλλαμβάνονται από τους Τούρκους με τις σημαίες και τους αξιωματικούς τους, ενώ άλλα τμήματα στρατού εξολοθρεύονται. Εξαίρεση αποτέλεσαν τα τμήματα του συνταγματάρχη Νικόλαου Πλαστήρα, των οποίων η υποχώρηση προς τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας εκτελέστηκε με υποδειγματική τάξη. Ο ελληνικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας αφέθηκε στην τύχη του και την εκδικητική μανία των Τούρκων. Στις 26 Αυγούστου ολοκληρώθηκε η αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Σμύρνη και την επομένη έμπαινε στην πόλη ο τουρκικός. Στις 31 Αυγούστου οι ελληνικές και οι αρμενικές συνοικίες τις πόλης παραδόθηκαν στις φλόγες, ενώ οι κάτοικοί τους αναζητούσαν, υπό την αυστηρή ουδετερότητα των συμμαχικών στρατευμάτων, τρόπο διαφυγής προς το Αιγαίο, για να γλιτώσουν την εκδικητική μανία και την ωμή βία των Τούρκων.

Οι διώξεις των ελληνικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία συνεχίστηκαν και το επόμενο διάστημα: Έφεσος, Αϊβαλί, Προποντίδα, Πόντος. Το φθινόπωρο του 1922 γράφεται ο τραγικός επίλογος μιας ιστορικής παρουσίας 3000 ετών του ελληνισμού στην Μικρά Ασία με την έλευση στην Ελλάδα περίπου 1.500.000 ελλήνων προσφύγων. Μια νέα σελίδα της νεοελληνικής ιστορίας ξεκινούσε.

Βιβλιογραφία:

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών.

Edward  Hale Bierstadt, Η Μεγάλη Προδοσία, εκδ. «Νέα Σύνορα»- Α. Α. Λιβάνη.

Ελευθέριος Βενιζέλος, Αρχείο της Π. Σ. Δέλτα, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1988.

Λίνα Δούβη, Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, Η Μικρασιατική Καταστροφή 1922, εκδ. ΤΑ ΝΕΑ 2010.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου