Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
Tο σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Από τα βουνά του Σουλίου στην απελευθέρωση της Ναυπάκτου. Το πατριωτικό φρόνημα των Σουλιωτών στον αγώνα της Εθνεγερσίας.

Ο Παναγιώτης Μανιώτης είναι φιλόλογος και εργάζεται στα Εκπαιδευτήρια Γείτονα.
 Η συγκεκριμένη εργασία παρουσιάστηκε στην Παπαχαραλάμπειο Αίθουσα, στις 15 Απριλίου 2015,
σε εκδήλωση με θέμα «Οι Σουλιώτες της Ναυπάκτου και το διαχρονικό ήθος του πρωτοκαπετάνιου Μάρκου Μπότσαρη», που οργάνωσε ο Δήμος Ναυπακτίας σε συνεργασία με το Σύνδεσμο Φιλολόγων Ναυπακτίας στα πλαίσια  του εορτασμού της 186ης Επετείου της Απελευθέρωσης της Ναυπάκτου.
Του Παναγιώτη Μανιώτη, φιλολόγου

Από τα βουνά του Σουλίου στην απελευθέρωση της Ναυπάκτου. Το πατριωτικό φρόνημα των Σουλιωτών στον αγώνα της Εθνεγερσίας.

Ξεφυλλίζοντας τη λαμπρή ιστορία του έθνους μας, θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί σε πολλά γεγονότα και ηρωικές μορφές του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Σε ανθρώπους στους οποίους, όπως υποστηρίζει ο Αριστόβουλος Μάνεσης2, το δίλημμα «ελευθερία ή θάνατος» έγινε καθημερινό βίωμα, σε ηρωικές παρουσίες που επέλεξαν το θάνατο, επειδή ακριβώς ήθελαν να ζήσουν ελεύθεροι. Ανάμεσα σε αυτούς τους αγωνιστές ξεχωριστή θέση έχουν και οι χιλιοτραγουδισμένοι Σουλιώτες, οι οποίοι με τους ηρωικούς τους αγώνες προετοίμασαν το έδαφος και προδιέγραψαν την έκβαση του Αγώνα της Εθνεγερσίας.

Οι Σουλιώτες αρχικά ήταν εγκατεστημένοι στο Τετραχώρι, μια συμπολιτεία τεσσάρων χωριών -το Σούλι, την Κιάφα, το Αβαρίκο και τη Σαμονίβα- που κατοικούνταν από 450 οικογένειες κατανεμημένες σε φάρες. Τα χωριά αυτά  ήταν χτισμένα στις βραχώδεις και απόκρημνες πλαγιές των Κασσιόπιων ορέων, περιβάλλονταν από αδιάβατα φυσικά οχυρώματα και η πρόσβασή τους γινόταν μόνο από ένα μονοπάτι3. Στα ανώμαλα ανηφορικά σημεία του μονοπατιού αυτού υπήρχαν οχυρωμένοι πύργοι, οι οποίοι εξασφάλιζαν την απόλυτη προστασία και ασφάλεια στην περιοχή. Αργότερα, δημιουργήθηκαν στις πιο χαμηλές πλαγιές του βουνού άλλα επτά χωριά -το Τσικούρι, το Περιχάτι, η Βίλια, το Αλσοχώρι, οι Κοντάτες, η Γκιονιάλα και το Τσεφλίκι- που τα ονόμασαν συνολικά Επταχώρι4.  Η Σουλιώτικη Συμπολιτεία λειτουργούσε αυτόνομα, με δικούς της νόμους, στρατό, νομοθετικό και εκτελεστικό σώμα.

Στον έλεγχο των Σουλιωτών περιήλθαν σταδιακά άλλα εξήντα περίπου χωριά του Παρασουλίου, τα οποία απέσπασαν από τους αγάδες του Μαργαριτίου και της Παραμυθιάς και τους πασάδες των Ιωαννίνων5. Έτσι, οι κάτοικοι του Παρασουλίου απαλλάχθηκαν από την τουρκική δουλεία. Έδιναν, όμως, φόρο στη Σουλιώτικη Συμπολιτεία, στο πλαίσιο της οποίας ζούσαν ελεύθεροι στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα κάτω από συνθήκες άμεσης Δημοκρατίας.

Η βάση του πολιτεύματός τους ήταν οι σαράντα επτά φάρες, οι οποίες συγκροτούνταν από οικογένειες που είχαν κοινό γενάρχη6. Η κάθε φάρα εκπροσωπούνταν στη Βουλή, «το Κριτήριον της Πατρίδος» όπως το ονόμαζαν οι ίδιοι, από τον αρχηγό της πιο παλιάς και πιο τιμημένης οικογένειας. Στο Σούλι λειτουργούσε επίσης και η Εκκλησία του Δήμου, την οποία συγκαλούσαν, προκειμένου να συζητήσουν και να αποφασίσουν  κυρίως για πολεμικά ζητήματα.

Οι Σουλιώτες υπήρξαν ξεχωριστοί ως προς το φρόνημα, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής τους. Ήταν ολιγαρκείς, εξαιρετικά σκληραγωγημένοι, συνηθισμένοι στη σωματική κακουχία και στη σκληρή ζωή, χαρακτηριστικά καθόλου άσχετα με τη φύση του δυσπρόσιτου και άγονου τόπου τους. Η πατρίδα και η ελευθερία ήταν για τους Σουλιώτες βασικός κανόνας και όρος της ζωής τους και οι αγώνες τους εναντίον όσων προσπαθούσαν να τους στερήσουν αυτά τα αγαθά ήταν διαρκείς. Διακρίνονταν για την τήρηση των συμφωνιών και των υποσχέσεών τους, θεωρώντας ιερό το λόγο τιμής, τη γνωστή  «μπέσα».

Από μικρά παιδιά μάθαιναν να χειρίζονται τα όπλα, «τα οποία περιπατούντες, καθήμενοι, τρώγοντες και κοιμώμενοι δεν αμελούσι»7. Περικυκλωμένοι πάντα από εχθρούς και ολιγάριθμοι, έμαθαν να χρησιμοποιούν ιδιότυπη πολεμική τακτική, που προέκυψε από τις ιδιαίτερες συνθήκες της ζωής τους. Ενώ οι εχθροί τους συνήθιζαν να πολεμούν στο φως της ημέρας, οι Σουλιώτες όχι μόνο δεν απέφευγαν τις νυκτερινές επιχειρήσεις, αλλά τις επεδίωκαν και ήταν φημισμένοι νυκτομάχοι.  Επίσης, συνήθιζαν να μάχονται σε ευθεία γραμμή ακροβολισμού, τοποθετημένοι σε αραιά διαστήματα μεταξύ τους8. Ακολουθώντας αυτές τις τεχνικές, έδιναν την εντύπωση στον εχθρό ότι ήταν πολλαπλάσιοι απ’ ό,τι στην πραγματικότητα. Είναι αυτονόητο ότι οι αρχηγοί τους πολεμούσαν επικεφαλής των ανδρών τους «πάντα οι πρώτοι στη φωτιά»9, εκτεθειμένοι περισσότερο από όλους στα πυρά των εχθρών. Με αυτό τον τρόπο εξασφάλιζαν την εκτίμηση και το σεβασμό των ανδρών τους και προκαλούσαν το φόβο στους αντιπάλους τους, πολλοί από τους οποίους συχνά υποχωρούσαν, όταν διέκριναν στην αντίπαλη πλευρά κάποιον από τους γνωστούς Σουλιώτες πολέμαρχους10.

Οι Σουλιώτισσες κατείχαν ιδιαίτερη θέση και έχαιραν τιμής και σεβασμού στη σουλιώτικη κοινωνία. Όταν μεταξύ των ανδρών προέκυπταν διαφορές, μεσολαβούσαν οι ίδιες και τις διευθετούσαν11. Εξασκημένες και αυτές στα όπλα, πολεμούσαν στο πλευρό των αντρών τους με απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία, όπως δηλώνεται από την πληθώρα των σχετικών αναφορών στα περισσότερα δημοτικά τραγούδια. Άλλοτε, όταν δεν χρειάζονταν στη μάχη, μετέφεραν πολεμοφόδια, τρόφιμα και άλλα εφόδια στους μαχόμενους άνδρες τους και τους εμψύχωναν. Όπως οι αρχαίες Σπαρτιάτισσες, αποστρέφονταν και απέρριπταν ως σύζυγο τον άνδρα που τον ακολουθούσε η φήμη ότι κάποια στιγμή στη μάχη δείλιασε ή φυγομάχησε12. Η Τζαβέλλαινα, η Λένω Μπότσαρη, η Δέσπω, τα κατορθώ-ματα των οποίων παρακολούθησε βήμα προς βήμα και εξύμνησε η ανόθευτη δημοτική Μούσα, έγιναν συνώνυμα της γυναικείας αγωνιστικότητας και της ιδιαίτερης δυναμικής που ανέπτυξαν οι γυναίκες στα κακοτράχαλα βουνά του Σουλίου.

Τον 18ο αιώνα η κυριαρχία των Σουλιωτών είχε παγιωθεί στο νοτιοδυτικό τμήμα της Ηπείρου και, όπως ήταν φυσικό, οι Τούρκοι αγάδες της περιοχής δεν μπορούσαν να ανεχθούν μια ανεξάρτητη χριστιανική εστία, η οποία μάλιστα είχε αναδειχθεί σε κέντρο εξουσίας στην ευρύτερη περιοχή. Οκτώ πόλεμοι Τούρκων και Τουρκαλβανών εναντίον των Σουλιωτών (1731, 1754, 1759, 1762, 1772, 1774, 1780, 1780-1790) παρουσιάζονται από το Χριστόφορο Περραιβό, ο οποίος παραμένει η κύρια πηγή πληροφοριών για τη συγκεκριμένη περίοδο13.

Ο μεγάλος, όμως, αντίπαλος των Σουλιωτών, μετά το 1787, υπήρξε ο Αλή πασάς, ο οποίος, μην μπορώντας να ανεχτεί την αντεξουσία τους στην καρδιά της επικράτειάς του, ξεκινάει μία ανελέητη επίθεση εναντίον τους.

Το 1792 συλλαμβάνει με δόλιο τρόπο το Λάμπρο Τζαβέλλα και κάνει επίθεση στο Σουλιώτες, οι οποίοι όμως αντιστέκονται σθεναρά. Τότε ο πανούργος πασάς στέλνει το Λάμπρο Τζαβέλλα στο Σούλι, για να διαπραγματευθεί με τους δικούς του ανθρώπους την παράδοση της περιοχής τους. Ως εγγύηση για την εκπλήρωση της αποστολής του, ο Αλή πασάς κρατάει ως όμηρο το γιο του Λάμπρου Τζαβέλλα, Φώτο.  Ο Σουλιώτης πολέμαρχος, όμως, ενεργεί αντίθετα με την επιθυμία και τις εντολές του Αλή, και όχι μόνο δεν διαπραγματεύεται την παράδοση του Σουλίου αλλά στέλνει στον πασά σκληρό μήνυμα, δηλώνοντάς του απερίφραστα ότι στο όνομα της ελευθερίας της πατρίδας του ο γιος του οφείλει να θυσιαστεί. Μεταξύ άλλων του αναφέρει και τα εξής14:

Αλή πασά, […]  κάποιοι Τούρκοι, καθώς εσύ, θέλουν ειπή, ότι είμαι άσπλαχνος πατέρας με το να θυσιάσω τον υιόν μου […] εάν ο υιός μου νέος, καθώς είναι, δε μένη ευχαριστημένος ν’ αποθάνη  διά  την  πατρίδα  του,  αυτός  δεν  είναι  άξιος  να ζήση,  και  να γνωρίζηται ως υιός μου∙ προχώρησε λοιπόν άπιστε, είμαι ανυπόμονος να εκδικηθώ.

                                                         Εγώ ο ωμοσμένος εχθρός σου
                                                        Καπετάν Λάμπρος Τζαβέλλας  


Μετά από αυτή την αρνητική εξέλιξη, ο Αλή, βλέποντας ότι οι Σουλιώτες είναι αποφασισμένοι να κρατήσουν τα μέρη τους με οποιοδήποτε κόστος, τους επιτέθηκε ξανά. Στις 20, και κατ’ άλλους στις 27, Ιουλίου του 1792 ξεκίνησε η μάχη, στην οποία τα στρατεύματα του Αλή κατατροπώθηκαν και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν με σοβαρές απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες. Σε αυτή τη μάχη ξεχώρισε η ηρωική μορφή της Μόσχως Τζαβέλα, γυναίκας του Λάμπρου και μητέρας του κρατούμενου Φώτου, η οποία επικεφαλής ενός γυναικείου σώματος έκανε την τελική επίθεση και έτρεψε σε φυγή τους τρομοκρατημένους Τουρκαλβανούς. Την ξεχωριστή της παρουσία σε αυτή τη μάχη ύμνησε η δημοτική μούσα: «Η Μόσχω τότε ώρμησε, με το σπαθί στο χαίρι∙ / τώρα να ιδήτε πόλεμον, γυναίκικα δουφέκια, / σαν τους λαγούς εφεύγανε, και πίσω δεν κυττάζουν, / πετάξαν τα δουφέκια τους, μόνον για να γλιτώσουν»15. Είναι τέτοια η ντροπή του Αλή, ο οποίος επιστρέφοντας στα Γιάννενα έδωσε εντολή «οιοσδήποτε των πολιτών τολμήση να εξάξη την κεφαλήν του διά τινός θυρίδος ή οπής της οικίας του ίνα ίδη τους στρατιώτας, να φονεύηται ακρίτως»16. Στη συνέχεια, υπέγραψε αναγκαστική συνθήκη ειρήνης με τους Σουλιώτες και απελευθέρωσε στο πλαίσιο της ανταλλαγής των αιχμαλώτων και το Φώτο Τζαβέλα.

Ο ραδιούργος πασάς, συνειδητοποιώντας τη δυσκολία της κατάκτησης του Σουλίου, αποφασίζει να διασπάσει την ενότητα των Σουλιωτών. Έρχεται σε συμφωνία με το Γιώργο Μπότσαρη, ο οποίος αποτραβιέται από τα ηρωικά χώματα του Σουλίου και αναλαμβάνει το αρματολίκι των Τζουμέρκων. Επίσης, ο Αλή κτίζει δώδεκα πύργους σε επίκαιρα σημεία γύρω από τα βουνά του Σουλίου, με απώτερο σκοπό να αναγκάσει τους Σουλιώτες να παραδοθούν, λόγω έλλειψης τροφίμων και πολεμοφοδίων. Και το 1801 επανέρχεται με πρόταση ειρήνης, «υποσχόμενος να τοις δώση δύο χιλιάδες τάλαντα, δεκαετή ασυδωσίαν και οποιανδήποτε άλλην τοποθεσίαν εκλέξωσιν εις την Ελλάδα διά κατοικίαν»17. Οι Σουλιώτες αρνήθηκαν και πάλι οποιαδήποτε συμφωνία μαζί του και του απάντησαν με σκληρή γλώσσα18: 
Βεζύρ Αλή πασά  σε χαιρετούμεν.Η πατρίς μας είναι απείρως γλυκυτέρα και από τα άσπρα  σου και από τους ευτυχείς τόπους, όπου υπόσχεσαι να μας δώσης∙ όθεν ματαίως κοπιάζεις, επειδή η ελευθερία μας δεν πωλείται ούτε αγοράζεται σχεδόν με όλους τους θησαυρούς της γης, παρά με το αίμα και τον  θάνατον έως  τον  ύστερον Σουλιώτην.
                                                                  Όλοι οι Σουλιώται, μικροί και μεγάλοι


Κι ενώ ο κλοιός του Αλή γινόταν όλο και πιο έντονος, οι επιστολές των Σουλιωτών προς τη ρωσική και τη γαλλική κυβέρνηση και τις αρχές της Επτανήσου Πολιτείας, με τις εκκλήσεις τους να τους προμη-θεύσουν τρόφιμα και πολεμοφόδια δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, καθώς οι πρώην σύμμαχοί τους, επιθυμώντας σε εκείνη τη συγκυρία να διατηρήσουν φιλικές σχέσεις με την Πύλη, αρνήθηκαν να εμπλακούν στην υπόθεση του Σουλίου. Η μόνη ηθική στήριξη ήρθε από τον Αδαμάντιο Κοραή, ο οποίος με επιστολή του, τον Απρίλιο του 1803, από το μακρινό Παρίσι τους παρότρυνε να μην προδώσουν την ελευθερία τους. Έτσι, παρά τις δυσμενείς συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί από τη σύσφιξη του πολιορκητικού κλοιού, οι Σουλιώτες εξακολουθούσαν να υπερασπίζονται με απαράμιλλη γενναιότητα τα πάτρια εδάφη τους, με αποτέλεσμα πολλοί Τούρκοι να λιποτακτούν, «κηρύττοντες πανταχού ότι ούτ’ αυτοί ούτ’ αυτών οι μεταγενέστεροι θα δυνηθώσιν να κυριεύσωσι το Σούλλιον, και ότι αδίκως και ανωφελώς χύνεται το Τουρκικόν αίμα»19.

Οι συνεργάτες του Αλή ανέπτυξαν μυστικές επαφές με αρχηγούς σουλιώτικων φαρών, τους οποίους πίστευαν ότι θα μπορούσαν να εξαγοράσουν, ώστε να υπονομεύσουν το μέτωπο των σουλιώτικων δυνάμεων με τη δύναμη χρήματος. Το Σεπτέμβριο του 1803, δύο Σουλιώτες αρχηγοί, ο Κουτσονίκας και ο Πήλιος Γούσης,  παρουσιάστηκαν στο Βελή πασά, γιο του Αλή, ζητώντας «την απελευθέρωσιν ενός γαμβρού20 του εν ειρκτή υπάρχοντος μετά των εικοσιτεσσάρων ομήρων και εννέα χιλιάδες γρόσια ανταμοιβήν περί της απολαβής του Σουλίου»21. Ο Βελή αποδέχθηκε τις προτάσεις τους και τη νύκτα της 25ης Σεπτεμβρίου ο Πήλιος Γούσης, ως άλλος Εφιάλτης, οδήγησε κρυφά στο σπίτι του 200 Τουρκαλβανούς στρατιώτες, οι οποίοι το επόμενο πρωί κατέλαβαν το Σούλι. Η δημοτική μούσα δεν φείδεται σχολίων για τη συγκεκριμένη επιλογή και αναθεματίζει τους υπαίτιους της προδοσίας: «Μπρε, ν-ανάθεμά σε Μπότσαρη, και εσένα Κουτσουνίκα, / με την δουλειά  που κάμεταν τούτο το καλοκαίρι· / που μπάσετε το Βελή πασά μέσα στο κακο – Σούλι»22. Και τα τέσσερα χωριά του Σουλίου έπεσαν στα χέρια του Βελή πασά. Ως τελευταία εστία αντίστασης παρέμεινε το τειχόκαστρο του ναού της Αγίας Παρασκευής στο λόφο Κούγκι και τα υψώματα της Κιάφας. Σε όλη τη διάρκεια του Οκτωβρίου οι συστηματικές προσπάθειες του Βελή πασά να κυριεύσει τα τελευταία οχυρά απέτυχαν. 
Η παντελής, όμως, έλλειψη τροφίμων, η στενή πολιορκία και η αδυναμία λήψης οποιασδήποτε εξωτερικής βοήθειας ανάγκασε και τους τελευταίους Σουλιώτες που έμεναν αποκλεισμένοι στο Κούγκι, να δεχτούν να συνθηκολογήσουν την 12η  Δεκεμβρίου 1803. Και ενώ οι Σουλιώτες αποχωρούσαν από τις πατρογονικές τους εστίες, στις 16 Δεκεμβρίου έγινε η πυρπόληση του καλόγερου Σαμουήλ στο Κούγκι. Ο καλόγερος, μαζί με πέντε άλλους Σουλιώτες, είχε μείνει στο Κούγκι, για να παραδώσει στους απεσταλμένους του Βελή τα πολεμοφόδια που φυλάσσονταν εκεί. Εξοργισμένος, όμως, από τα προσβλητικά λόγια των Τούρκων απεσταλμένων, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη23. Και έτσι τα στρατεύματα του πασά «πήραν την Κιάφα την κακή, το ξακουσμένο Κούγκι / κι έκαψαν τον καλόγερο με τέσσερις νομάτους»24.

Ο Αλή έθεσε τότε σε εφαρμογή το τελευταίο μέρος του σχεδίου του. Ο ίδιος μπορεί πια να είχε στην κατοχή του τους ορεινούς όγκους του Σουλίου, οι Σουλιώτες, όμως, που όλα τα προηγούμενα χρόνια αμφισβήτησαν την εξουσία του και ήρθαν σε ευθεία αντιπαράθεση μαζί του, εξακολουθούσαν να είναι ένοπλοι και να συνιστούν απειλή στην επιβολή της συγκεντρωτικής εξουσίας του.

Έτσι, πρώτα τα γένη του Νίκου Κουτσονίκα και του Κολέτση Φωτομάρα που είχαν καταφύγει στο Ζάλογγο, δέχθηκαν την αιφνιδιαστική επίθεση 3.000 Τουρκαλβανών. Στη διάρκεια της μάχης «γυναίκες τινές ωσεί εξήκοντα, όλαι σχεδόν χήραι, ιδούσαι τον κίνδυνον αναπόφευκτον, επρόκρινον, παρά την πολυπαθή και κατησχυμένην αιχμαλωσίαν, τον ηρωικόν και στιγμιαίον θάνατον της αυτοκτονίας∙ αναβάσαι επί τινός κρημνώδους ύψους κατέρριπτον πρώτον τα τρυφερά και φίλτατα αυτών τέκνα, επομένως δε μία κατόπιν της άλλης ερρίπτοντο και αυταί αυθορμήτως από του κρημνού»25. Οι Σουλιώτισσες αρνήθηκαν να γίνουν σκλάβες των Τούρκων και, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο εθνικός μας ποιητής, «Τες εμάζωξε εις το μέρος / Του Ζαλόγγου το ακρινό / Της Ελευθεριάς ο έρως / Και ταις έμπνευσε χορό»26. Από τους 500 Σουλιώτες, μόλις οι 150 μπόρεσαν να διασωθούν και να μεταβούν στην Πάργα.

Αυτό το κορυφαίο ίσως γεγονός θυσίας γυναικών στην παγκόσμια ιστορία, καθώς επιλέγουν τον τιμημένο θάνατο «χωρίς γόγγυσμα κι αντάρα»27, η σχολή της ιστορικής αποδόμησης προσπάθησε να το παρουσιάσει ως έναν ακόμη συνωστισμό Ελλήνων, που πριν από εκείνον στο λιμάνι της Σμύρνης, μπορεί ίσως να «κατακρημνίστηκε απωθούμενο στην άκρη του γκρεμού από τους οπισθοχωρούντες μαχητές»28. Και βέβαια, η αμφισβήτηση γεγονότων που αποτέλεσαν σταθμό στη σουλιώτικη ιστορία δεν περιορίζεται μόνο στο Ζάλογγο, καθώς αμφιβολίες εκφράζουν οι ίδιοι κύκλοι για την πυρπόληση του Σαμουήλ στο Κούγκι και για την ανατίναξη της Δέσπως στον πύργο του Δημουλά.
 Στη συνέχεια, στις 23 Δεκεμβρίου, τα τουρκαλβανικά στρατεύματα κινήθηκαν στη Ρινιάσα,  όπου είχαν εγκατασταθεί είκοσι σουλιώτικες οικογένειες από το γένος του Γιωργάκη Μπότση. Η γυναίκα του, η θρυλική Δέσπω, κλεισμένη με τις κόρες της, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά, επέλεξε τον ένδοξο και ελεύθερο θάνατο και «δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει / σκλάβες Τουρκών μη ζήσωμεν, παιδιά, μαζί μ’  ελάτε. / Και τα φυσέκια άναψε, κι όλοι φωτιά γενήκαν»29. 
Τέλος, ο Κίτσος Μπότσαρης, κατέφυγε με 1200 Σουλιώτες στα Άγραφα, κοντά στο χωριό Σέλτσο, στη φυσικά οχυρή θέση της Μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εκεί, τον Ιανουάριο του 1804, δέχθηκε επίθεση από τουρκαλβανικά στρατεύματα. Μετά από πολιορκία τριών μηνών, στις 7 Απριλίου 1804 το μοναστήρι κατελήφθη και μόνο 50 Σουλιώτες, ανάμεσά τους ο Κίτσος και ο γιος του Μάρκος, κατάφεραν να σωθούν και να βρουν καταφύγιο στην Πάργα. Η Λένω Μπότσαρη, κόρη του Κίτσου, πολεμώντας γενναία κοντά στον Αχελώο ποταμό, περικυκλώθηκε από τα εχθρικά στρατεύματα και, για να μη συλληφθεί, έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε. Και απόμεινε και αυτό το συγκλονιστικό γεγονός παρακαταθήκη και θησαυρός στη δημοτική ποίηση: «Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου, / σέρνω φουσέκια ‘ς την ποδιά και βόλια ‘ς τοις μπαλάσκαις. / - Κόρη, για ρίξε τάρματα, γλύτωσε τη ζωή σου. / - Τι λέτε, μωρ’ παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια; / Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδελφή του Γιάννη»30.

Οι αποδιωγμένοι από την πατρίδα τους Σουλιώτες εγκαταστάθηκαν στη συνέχεια στα Επτάνησα και κυρίως στην Κέρκυρα, όπου κατατάχθηκαν και υπηρέτησαν σε στρατιωτικά σώματα υπό τις διαταγές αρχικά των Ρώσων και στη συνέχεια των Γάλλων και των Άγγλων.

Η δυνατότητα να επανακτήσουν τους ορεινούς όγκους του Σουλίου τους δόθηκε το 1820, όταν επωφελήθηκαν από τη σύγκρουση του Αλή πασά με τις σουλτανικές δυνάμεις. Έτσι, στις 12 Δεκεμβρίου του 1820, το Σούλι ήταν και πάλι ελεύθερο, και μάλιστα η πρώτη ελληνική περιοχή που απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό. Στη συνέχεια, οι Σουλιώτες, καθοδηγούμενοι από τους Φιλικούς Χριστόφορο Περραιβό και Νικόλαο Φωτομάρα και ενεργώντας σύμφωνα με τα διπλωματικά σχέδια της Φιλικής Εταιρείας, η οποία επεδίωκε τη διατήρηση της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των Τούρκων και του Αλή, συνέχισαν να μάχονται εναντίον των Τούρκων31. Στην αυγή του 1821, αφοσιώνονται στην υπόθεση της Ελληνικής Επανάστασης και ενωμένοι πια με τις δυνάμεις του μαχόμενου ελληνισμού πολεμούν εναντίον του κοινού εχθρού, επιδεικνύοντας απαράμιλλη ανδρεία και χύνοντας αφειδώς το αίμα τους καθ’ όλη τη διάρκεια του Ιερού Αγώνα. Μετά το θάνατο του Αλή πασά, τα σουλτανικά στρατεύματα στράφηκαν εναντίον των Σουλιωτών και τον Αύγουστο του 1822 τους οδήγησαν στην οριστική αποχώρησή τους από τις πατρογονικές τους εστίες, τις ποτισμένες με το αίμα των πολυετών αγώνων τους.

Από εκείνη τη στιγμή και μετά θα διακριθούν σε όλες τις σημαντικές συγκρούσεις του Αγώνα της Εθνεγερσίας και θα αναδειχθούν σε ένοπλη πρωτοπορία της Επανάστασης του 1821. Με την απαράμιλλη γενναιότητά τους, το υψηλό τους φρόνημα και τη βαθιά τους πίστη στην αξία της ελευθερίας θα πρωταγωνιστήσουν στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου με την ξεχωριστή παρουσία του Μάρκου και στο δεύτερο αποκλεισμό που οδήγησε στην Έξοδο των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

Στον τακτικό πια ελληνικό στρατό που συγκροτήθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο Κίτσος Τζαβέλας τίθεται επικεφαλής μίας εκ των τεσσάρων χιλιαρχιών και αναλαμβάνει τις επιχειρήσεις για την απελευθέρωση της Δυτικής Ελλάδας. Μετά το Λιδωρίκι, το Καρπενήσι και τη Βόνιτσα, οι δυνάμεις του Κίτσου Τζαβέλα κυρίευσαν αρχικά το κάστρο του Αντιρρίου, το Μάρτιο του 1829, και ένα μήνα αργότερα ύψωσαν την ελληνική σημαία στο κάστρο της Ναυπάκτου32. Και ο φιλόξενος τόπος σας γίνεται καταφύγιο και νέα πατρίδα για τους Σουλιώτες αγωνιστές, απόγονοι των οποίων βρίσκονται ανάμεσά μας, με απόφαση της Ε’ Εθνοσυνέλευσης (14 Ιανουαρίου 1832) που ψηφίζει «να δοθή τόπος δωρεάν εις κατοικίαν των οικογενειών των αυτοχθόνων Σουλιωτών εκ των εθνικών οικοπέδων κατά την Ναύπακτον και το Βραχώρι». Σύμφωνα με ονομαστικό κατάλογο που κατήρτισε στις 14.5.1834 ο έπαρχος Ναυπακτίας Δημήτρης Κριεζής και διέσωσε στο αρχείο του ο Γιάννης Βλαχογιάννης, στη Ναύπακτο ζούσαν 446 Σουλιώτες ανήκοντες σε 129 οικογένειες33.

  Οι απροσκύνητοι Σουλιώτες ανήκουν σε εκείνους που αγωνίστηκαν για την ελευθερία της πατρίδας μας, πολύ πριν ακουστούν οι σειρήνες της Επανάστασης, αντιδρώντας στη λογική της κυριαρχίας του παντοδύναμου Τούρκου δυνάστη. Η γενναιότητά τους και ο Έρως της Ελευθερίας, κατά το Διονύσιο Σολωμό, συνέθεταν αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν ευψυχία. Αυτή η δυσεύρετη αρετή στην εποχή μας έγινε τραγούδι στο στόμα του λαού, ενέπνευσε πλήθος λογοτεχνών, περιηγητών και ζωγράφων που μέσα από την τέχνη τους ύμνησαν τα κατορθώματά τους σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα.

Γνήσια τέκνα του Ελληνισμού και της ελληνικής παράδοσης με τον τρόπο σκέψης και τη ζωή τους εξέφρασαν όλες τις αντινομίες της ελληνικής φυλής, τα ελαττώματα και τις αρετές που χαρακτηρίζουν το γένος μας. Αναμφίβολα διαπαιδαγωγούμενοι να θεωρούμε «εθνικόν ό,τι είναι αληθές» κατά την παραίνεση του Σολωμού, και με επιβεβλημένη την απαλλαγή της ιστορίας μας από μυθοπλασίες χωρίς ιστορικό αντίκρισμα, δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι υπήρχαν μόνο λαμπρές σελίδες στην πολύχρονη δράση τους στα άγρια βουνά της Ηπείρου και μετέπειτα στον Αγώνα της Εθνεγερσίας. Ταυτόχρονα, όμως, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι, όπως οι περισσότεροι Έλληνες αγωνιστές, όρθωσαν μια αυταπάρνηση τόσο πηγαία και με το μοναδικό τους αγωνιστικό πνεύμα συνέβαλαν τα μέγιστα στο εθνεγερτικό κάλεσμα.

Το Ζάλογγο, το Σούλι, η Δέσπω και ο πύργος του Δημουλά, οι Τζαβελλαίοι και οι Μποτσαραίοι, είναι ταυτισμένα στο υποσυνείδητο των Ελλήνων με τον αγώνα για την ελευθερία της πατρίδας και για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ο Γιώργος Καραμπελιάς στο τελευταίο εξαιρετικό πόνημά του με τον ευρηματικό τίτλο Συνωστισμένες στο Ζάλογγο. Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς και η αποδόμηση της ιστορίας, επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Το γεγονός ότι ζούμε σε μια αντιηρωική εποχή και έχουμε σχετικοποιήσει τα πάντα δεν μας επιτρέπει να βλέπουμε με το ματογυάλι του ύστερου απομυθοποιητικού εικοστού αιώνα ενέργειες και πράξεις ηρωισμού, με τις οποίες, επειδή δεν μπορούμε να αναμετρηθούμε, τις βάζουμε στο κρεβάτι του Προκρούστη»34.

Κυρίες και κύριοι,
Κοιτάζει κανείς προς τα πίσω και μέσα από την «ανάγνωση» των εθνικών μας αγώνων οπλίζεται και μαθαίνει. Κοιτάζει μπροστά και οραματίζεται το μέλλον. Όμως δεν παύει η προσωπική ιστορία του καθενός μας να γράφεται στον παρόντα χρόνο και η κάθε γενιά να καταθέτει τη δική της ψηφίδα στο διαχρονικά διαμορφούμενο ελληνικό ψηφιδωτό.  Και σε μια συγκυρία που ως κοινωνία βλέπουμε τα πάντα από την αρχή, αναζητώντας το βηματισμό μας στην προοπτική ενός αμφίσημου μέλλοντος, θα μου επιτρέψετε να κλείσω με την αναφορά του ανώνυμου παππού, από το Πολιτιστικό Αλφαβητάρι, το τελευταίο βιβλίο του Λαοκράτη Βάσση. Λέει, λοιπόν, ο γέροντας με μοναδικό στοχασμό, έχοντας προηγουμένως ακούσει όλες τις θεωρητικές αναζητήσεις και ερμηνείες των έτερων συνομιλητών: «Θέλω να σας πω πως στις δύσκολες στιγμές μας βλέπαμε από το άστραμμα της ψυχής μας. Όπως το ακούτε, από το άστραμμα της ψυχής μας. Κάπως έτσι και τώρα, σε τούτους τους μουντούς καιρούς, αν δεν αστράψει και πάλι η ψυχή μας, δεν θα φωτιστεί το δύσκολο μονοπάτι που οδηγεί στο μέλλον»35.

Παραπομπές

Ο Παναγιώτης Μανιώτης είναι φιλόλογος και εργάζεται στα Εκπαιδευτήρια Γείτονα.

1 Η συγκεκριμένη εργασία παρουσιάστηκε σε εκδήλωση με θέμα «Οι Σουλιώτες της

Ναυπάκτου και το διαχρονικό ήθος του  πρωτοκαπετάνιου Μάρκου Μπότσαρη», που
οργάνωσε ο Δήμος Ναυπακτίας σε συνεργασία με το Σύνδεσμο Φιλολόγων Ναυπακτίας στην
Παπαχαραλάμπειο Αίθουσα, στις 15 Απριλίου 2015.
2 Μάνεσης Αριστόβουλος, Η φιλελεύθερη και δημοκρατική ιδεολογία της εθνικής επανάστασης
του ’21, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Επίσημοι Λόγοι, Τόμ. 27, 1987
3 Fauriel Glaude, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1998,
τόμος Α΄, σελ. 169
4 Παπαρρηγόπουλος Κωνσταντίνος, Ιστορία του ελληνικού έθνους, Βιβλίον Δέκατον
Τέταρτον, εκδόσεις Γαλαξίας, Αθήνα 1971, σελ. 173
5 Ράγκος Ιωάννης, Σούλι ήτοι Σελίδες Ιστορίας Σουλίου, εκδόσεις Βιβλιοπωλείο Διονυσίου
Νότη Καραβία, Αθήνα 1880, σελ. 13-14
6 Οι φάρες που κατοικούσαν στο Τετραχώρι, με βάση τις αναφορές του Χριστόφορου
Περραιβού (Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη
και Κ. Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 17-18),  ήταν οι εξής:
α) Σούλι: Τζαβελλάται, Βοτζαράται, Δρακάται, Δαγκλιάται, Κουτζονικάται, Καραμπινάται,
Μπουτζάται, Σιάται, Καλογεράται, Ζαρμπάται, Βελιάται, Θανασάται, Κασκαράται, Τοράται,
Μαντζάται, Παππαγιαννάται, Βασιάται, Τοντάται, Σαχινάται, Παλαμάται, Ματάται,
Μπουζμπάται
β) Κιάφα: Ζερβάται, Νικάται, Φωτάται, Πανταζάται
γ) Αβαρίκο: Σαλαράται, Μπουφάται, Σοβίται
δ) Σαμωνίβα: Μπεκάται, Δαγκλιάται, Ηράται
7 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 15
8 Κοσσυβάκης Γρηγόρης, Διαχρονικός Ηπειρωτικός Ελληνισμός, εκδόσεις Κάδμος,
Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 144
9 Διονύσιος Σολωμός, Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον (Διονύσιου Σολωμού, Άπαντα,
επιμέλεια – σημειώσεις Λίνου Πολίτη, εκδόσεις Ίκαρος, Ζ’ έκδοση, Αθήνα 1999, τόμος Α’, σελ.
120)
10 Ιστορία του ελληνικού έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1995, τόμος ΙΑ΄, σελ. 420
11 Ο Μιχάλης Περάνθης στο ιστορικό μυθιστόρημα Σουλιώτες (εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2004,
σελ. 113) αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Χέρι στη γυναίκα κανένας Σουλιώτης δεν τόλμαγε να σηκώσει, ήταν νόμος παλιός, κι οι
γυναίκες το ‘ξεραν κι έμπαιναν στη μέση κι είχαν πολλές βολές γλιτώσει τους άντρες τους
τους ευκολοάναφτους από άδικο αίμα».
12 Ξηραδάκη Κούλα, Γυναίκες του ’21, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννενα 1995, σελ. 33
13 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 21-37
14 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 41
15 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 51
16 Σανδρής Βασίλης, Σούλι. Οδοιπορικό στον τόπο και στην ιστορία, εκδόσεις  Ελληνικά
Γράμματα, Αθήνα 2001, σελ. 111
17  Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 89-90
18 Ράγκος Ιωάννης, Σούλι ήτοι Σελίδες Ιστορίας Σουλίου, εκδόσεις Βιβλιοπωλείο Διονυσίου
Νότη Καραβία, Αθήνα 1880, σελ. 17-18
19 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 127
20 Ο γαμπρός, την απελευθέρωση του οποίου ζητάει ο Πήλιος Γούσης, ήταν γιος του
Κουτσονίκα.
21 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 129
22 Fauriel Glaude, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1998,
τόμος Α΄, σελ. 203
23 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 153-154
24 Fauriel Glaude, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1998,
τόμος Α΄, σελ. 203
25 Περραιβός Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.
Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 157                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                            
26 Διονύσιος Σολωμός, Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον (Διονύσιου Σολωμού, Άπαντα,
επιμέλεια – σημειώσεις Λίνου Πολίτη, εκδόσεις Ίκαρος, Ζ’ έκδοση, Αθήνα 1999, τόμος Α’, σελ.
119)
27 Διονύσιος Σολωμός, Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον (Διονύσιου Σολωμού, Άπαντα,
επιμέλεια – σημειώσεις Λίνου Πολίτη, εκδόσεις Ίκαρος, Ζ’ έκδοση, Αθήνα 1999, τόμος Α’, σελ.
119)
28 Βάσω Ψιμούλη, Σούλι και Σουλιώτες, εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2006, σελ. 439
29 Fauriel Glaude, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1998,
τόμος Α΄, σελ. 204
30 Πολίτης Νικόλαος, Δημοτικά τραγούδια, Εκδόσεις Ιστορική Έρευνα, σελ. 11
31 Κραψίτης Βασίλης, Η αληθινή ιστορία του Σουλίου, Αθήνα 1989, σελ. 260-262
32 Κραψίτης Βασίλης, Η αληθινή ιστορία του Σουλίου, Αθήνα 1989, σελ. 427-428
33 Κραψίτης Βασίλης, Η αληθινή ιστορία του Σουλίου, Αθήνα 1989, σελ. 442-444
34 Καραμπελιάς Γιώργος, Συνωστισμένες στο Ζάλογγο. Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς και η
αποδόμηση της Ιστορίας, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2011, σελ. 158
35 Βάσσης Λαοκράτης, Το Πολιτιστικό μας «Αλφαβητάρι», εκδόσεις Ταξιδευτής, Αθήνα 2015,
σελ. 142

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου